Οι ένοπλες δυνάμεις στη δημοκρατία

Στις 24 Ιουλίου στην Τουρκία τιμάται η ημέρα του Τύπου και το αρχηγείο του τουρκικού στόλου άνοιξε τις πόρτες του στους δημοσιογράφους. Μεταξύ των εκθεμάτων που είδαν οι Τούρκοι συνάδελφοι στο μουσείο του στόλου ήταν και μια ελληνική σημαία που πήραν οι στρατιώτες τους κατά την κρίση των Ιμίων το 1996 καθώς και δύο τορπιλάκατοι της Εθνοφρουράς που έπεσαν στα χέρια τους κατά την απόβαση (αποβίβαση, καλύτερα) στην Κύπρο, το 1974. (Ειρήσθω εν παρόδω πως στην κρίση των Ιμίων Τούρκοι δημοσιογράφοι διαδραμάτισαν τον χειρότερο ρόλο στην κλιμάκωσή της. Ακολούθησαν, βεβαίως, με το λαϊκισμό τους, και Έλληνες συνάδελφοί τους.)

Όπως όλοι μας, φαντάζομαι, δεν αισθάνθηκα καλά διαβάζοντας την είδηση. Τα τελευταία αρκετά χρόνια και ανεξαρτήτως αιτιών, η δυναμική αντιπαράθεση με τη γειτονική χώρα, όποτε συνέβη, εξελίχθηκε εις βάρος μας. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως στην κρίση του 1987, με πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου, οι Τούρκοι υποχώρησαν, αλλά η συνέχεια του Νταβός και το mea culpa τού τότε πρωθυπουργού έδειξαν πως πήραν αυτό που ήθελαν.

Κανείς δεν είναι υπέρ τέτοιου είδους εντάσεων, αλλά δεν αρκεί να μην τις θέλει η μία πλευρά για να αποφευχθούν.

Η Τουρκία αποτελεί –και ορθώς– αναγκαστική πλέον επιλογή συνεργασίας της Ελλάδας. Συνεργασίας, όμως, και όχι «φινλανδοποίησης». Για να αποφευχθεί η «φινλανδοποίηση» απαιτείται –με δεδομένη την οικονομική κατάρρευση– και συμμετοχή στον πυρήνα των διεθνών και ευρωπαϊκών θεσμών και αξιόπιστες ένοπλες δυνάμεις. Πολύ περισσότερο όταν η Ελλάδα επιδιώκει να επανακτήσει ρόλο στον βαλκανικό χώρο, όπως δήλωσε προσφάτως ο υπουργός Εξωτερικών, και με δεδομένο ότι η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε όλο αυτό το διάστημα την ελληνική αδυναμία και εδραίωσε την παρουσία της. Παρούσες πλέον στα Βαλκάνια είναι και η Γερμανία και η Αυστρία, η τελευταία με αξιοσημείωτο παρελθόν.

Τα λενινιστικά παράλογα ανήκουν στις φοιτητικές φαντασιώσεις μας. Και δεν επιτρέπεται να συμπαρασύρεται ένας ολόκληρος λαός που αγκομαχά υπό το βάρος της κρίσης, για να ικανοποιηθούν οι ψυχώσεις ορισμένων πολιτικών.

Βεβαίως, το ισχυρό χαρτί της Ελλάδας σ’ αυτήν τη βαλκανική σχέση δεν είναι η προβολή σκληρής ισχύος, (hard power) που δεν διαθέτει ούτε είναι στη νοοτροπία της, αλλά της μαλακής ισχύος (soft power): της οικονομικής συνεργασίας, του πολιτισμού, της ανοικτής κοινωνίας.

Αλλά αυτή η μαλακή ισχύς αποκτά πολλαπλασιαστικό ρόλο στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών θεσμών. Εκτός αυτών, μηδενίζεται.

Είναι αναγκαίο όμως και ένα επίπεδο αξιόπιστων ενόπλων δυνάμεων διότι η χώρα καλείται να υπερασπιστεί, δυνάμει, απειλές που υφίσταται κατά των συμφερόντων της συνεργαζόμενη με άλλους σημαντικούς γεωπολιτικούς παίκτες στη Μεσόγειο. Και η συνεργασία αυτή γίνεται ευκολότερα και αποτελεσματικότερα όταν έχεις κάτι να προβάλεις σε σκληρή ισχύ, τις ένοπλες δυνάμεις δηλαδή.

Από αυτήν την άποψη, η κατάργηση σημαντικών δομών των ενόπλων δυνάμεων, όπως η Ναυτική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος, αλλά και άλλων, δεν βοηθά στην αποτελεσματικότητά τους. Εκτός και αν γίνεται για να πωληθούν οι (υψηλοτάτης αξίας) χώροι στους οποίους είναι εγκατεστημένες.

Γι’ αυτό ακούω με λύπη τις κατά καιρούς υπερφίαλες δηλώσεις των πλέον αρμόδιων παραγόντων. Ας λένε λιγότερα και ας πράξουν όσο γίνεται περισσότερα για την άμυνα της χώρας και για τη συμβολή των ενόπλων δυνάμεων στις ειρηνευτικές διαδικασίες. Και, κυρίως, χωρίς θεατρινισμούς.

Στο πρόσφατο παρελθόν η αρνητική, σε βάρος της Ελλάδας, ανισορροπία εξοπλισμών, εξισορροπούνταν, ως έναν βαθμό, με το ηθικό και την υψηλή εκπαίδευση. Σήμερα, φοβάμαι, δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις ούτε γι’ αυτά.

Οι ένοπλες δυνάμεις εκδημοκρατίστηκαν βαθιά μετά τη δικτατορία και την εθνική τραγωδία στην Κύπρο. Για να επιτελέσουν τον σύγχρονο ρόλο τους απαιτείται, καταρχάς, να συναινέσουμε στο ρόλο αυτόν, κάτι που ας μην θεωρείται δεδομένο ακόμη και στους κόλπους της πολυσυλλεκτικής κυβέρνησης.

Με τα πολλά και μεγάλα λόγια δεν γίνεται δουλειά. Και οι ένοπλες δυνάμεις δεν είναι παιχνιδάκι. Οι κίνδυνοι είναι μπροστά. Ο αρμόδιος υπουργός δείχνει να θέλει να επιτύχει, αλλά μήπως πρέπει να σκεφτεί ότι ο τρόπος του δεν είναι ο καταλληλότερος;