Και τώρα;

Το «όχι» κατήγαγε μια συντριπτική νίκη η οποία φαινόταν τις τελευταίες δύο ημέρες. Η μόνη περίπτωση να περιορίζονταν οι διαστάσεις της ήταν να υπήρχε ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος που παρέμενε σιωπηλό και θα εκδηλωνόταν στις κάλπες. Δεν υπήρξε. Αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα δεν υφίσταται πολιτικό φάσμα· υπάρχουν κάποιοι ρευστοί σχηματισμοί που θα κάνουν χρόνια να σταθεροποιηθούν. Ακόμη και ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε μια ρευστότητα η οποία θα επιταθεί τις επόμενες ημέρες.

Στο δημοψήφισμα ο Αλέξης Τσίπρας δεν ηγήθηκε ενός κόμματος αλλά ενός μπλοκ το οποίο συγκροτούσαν πολιτικές ομάδες και ακτιβιστές, και με το οποίο συμπαρατάχθηκαν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας που έχουν προλεταριοποιηθεί.

Η ταξική διαστρωμάτωση στην Ελλάδα έχει απλοποιηθεί επικίνδυνα. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει περάσει προ πολλού το όριο της απόλυτης φτώχειας και δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις στοιχειώδεις ανάγκες της καθημερινότητας. Ένα άλλο μέρος καταφέρνει, προς το παρόν, να επιβιώσει (με μεγάλες ελλείψεις), κι ένα μικρό τμήμα δεν έχει πρόβλημα. Αυτή είναι μια κοινωνική σύνθεση επικίνδυνη. Κανείς δεν μπορεί να προδικάσει προς τα πού θα κλίνει τις κρίσιμες στιγμές που έρχονται. Οι πλειοψηφίες και οι δυναμικές που διαμορφώνονται είναι προσωρινές και καθόλου δεδομένες.

Το δημοψήφισμα ήταν μια άκαιρη και αχρείαστη επιλογή, η οποία το μόνο αποτέλεσμα που είχε ήταν η επιβεβαίωση της πολιτικής κυριαρχίας του Τσίπρα και η νομιμοποίησή του στο εξωτερικό, διότι στο εσωτερικό κανείς δεν τον αμφισβητούσε.

Για τον Τσίπρα αυτό έχει τη σημασία του, αλλά το τίμημα για να το πετύχει ήταν ακριβό για την κοινωνία. Όσον αφορά τους εταίρους, του επιφυλάσσουν δύσκολο μέλλον – αλλά μετά την υπογραφή μιας συμφωνίας. Τη συμφωνία τη θέλουν υπογεγραμμένη από τον Αλέξη Τσίπρα.

Οι προσδοκίες τώρα των πολιτών που ψήφισαν «όχι», είναι υψηλές. Το «όχι» όπως διακήρυξε ο Τσίπρας και διατυπώθηκε στο ψηφοδέλτιο σήμαινε απόρριψη της κακής πρότασης των δανειστών. Ευλόγως αναμένει κανείς, η λύση την οποία θα πρέπει να πετύχει η κυβέρνηση να είναι καλύτερη αυτής που απερρίφθη. Απομένει στον πρωθυπουργό να το πετύχει. Διαφορετικά, οποιαδήποτε χειρότερη συμφωνία θα σημαίνει δυσαρμονία με τη βούληση του εκλογικού σώματος, όπως εκφράστηκε στο δημοψήφισμα.

Οι οιωνοί δεν είναι αίσιοι για μια θετικότερη εξέλιξη ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας. Αλλά η εναλλακτική λύση θα είναι ακόμα χειρότερη, αφού η αποτυχία εξεύρεσης μιας λύσης θα σημάνει έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη. Το σενάριο αυτό είναι εφιαλτικό. Ωστόσο, ενώ πριν από λίγο καιρό οι οπαδοί του σεναρίου αυτού μετρούνταν στα δάκτυλα του ενός χεριού, σήμερα υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας το οποίο το επιδιώκει στη λογική ότι η παραμονή στο ευρώ είναι αδιέξοδη.

Αυτή η αντίληψη έχει σημαντικό έρεισμα στις τάσεις του κυβερνώντος κόμματος, οπότε μια εσωκομματική σύγκρουση στον ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο πρέπει να αναμένεται, αλλά ίσως είναι και λυτρωτική. Η χώρα πλέον, εδώ που έφθασαν τα πράγματα, χρειάζεται αποφάσεις για να κυβερνηθεί. Δεν μπορεί η κυβερνητική ηγεσία να παραμένει αδρανής στην προσπάθειά της να εξισορροπήσει τις τάσεις.

Με λίγα λόγια, η επερχόμενη αντίθεση θα εκδηλωθεί στο δίλημμα: μια κακή συμφωνία ή μια εφιαλτική έξοδος από την Ευρωζώνη. Δεν είναι καθόλου σαφές πού θα κλίνει ο ίδιος ο Αλ. Τσίπρας, αν και οι πρώτες κινήσεις του δείχνουν να επιλέγει τη συμφωνία.

Αυτό τουλάχιστον δείχνει, με σαφήνεια, η αποδοχή της παραίτησης του υπουργού οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη, η οποία έγινε τη υποδείξει των εταίρων.

Η παραίτηση Βαρουφάκη σηματοδοτεί το τέλος της εφαρμογής της μεθόδου της «Θεωρίας των παιγνίων», η υλοποίηση της οποίας έφερε την Ελλάδα και τους δανειστές της στο κρίσιμο σημείο μιας ασταθούς ισορροπίας κατά την οποία περίμεναν ο ένας τον άλλον να την ανατρέψει. Η μέθοδος Βαρουφάκη δεν ενθάρρυνε διαπραγματεύσεις αλλά σκακιστικές κινήσεις. Γι’ αυτό και η δήλωση του πρωθυπουργού πως «τώρα αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις» έχει τη σημασία της.

Δεν είναι ώρα για μεγαλύτερη ανάλυση των επιπτώσεων που θα έχει στη χώρα η δυναμική αντιπαράθεση με τους εταίρους, καθώς ένα πλειοψηφικό ρεύμα στην ελληνική κοινωνία αδιαφορεί για το άμεσο μέλλον και αναζητά λύση «εδώ και τώρα», για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει.

Θύμα μιας τέτοιας κοινωνικής έντασης μπορεί να είναι και οι δημοκρατικές κατακτήσεις της ελληνικής κοινωνίας, καθώς στην ολοκληρωτική νοοτροπία με την οποία λειτουργούν τα ΜΜΕ στην Ελλάδα αντιπαρατίθεται μια επίσης ολοκληρωτική αντίληψη η οποία, αν δεν αντιμετωπίζει με εκβιασμούς και απειλές τη διαφορετική άποψη, σίγουρα της αποδίδει χαρακτηρισμούς περί προδοσίας κτλ. Η συνέχιση μιας τέτοιας συμπεριφοράς οδηγεί στον απόλυτο διχασμό. Και από τις συνέπειες των διχασμών γνωρίζει καλά αυτή η χώρα.

Αυτή η «στρατιωτικοποίηση» του δημόσιου λόγου δεν αποκλείεται να ακολουθηθεί από μια «στρατιωτικοποίηση» και της οικονομίας, καθώς η παραγωγική δραστηριότητα έχει σχεδόν μηδενιστεί και οι ανάγκες της κοινωνίας αυξάνουν εκθετικά.

Η σκληρή πραγματικότητα επιβάλλει στην κυβέρνηση να ξεπεράσει την περίοδο των συνθημάτων και των ιδεολογημάτων και να αντιμετωπίσει τα άμεσα κοινωνικά προβλήματα.

Η ευφορία της νίκης πρέπει να καταλαγιάσει και να αναζητηθεί μια λύση στην ελληνική Τραγωδία, την οποία μόνο ο από μηχανής Θεός μπορεί να δώσει. Αλλά τον Ευριπίδη τον κατασπάραξαν, εδώ και χρόνια, τα σκυλιά. Οπότε, θεϊκή λύση δεν υπάρχει. Και οι ανθρώπινες επιλογές χωρίς τη θεϊκή επιείκεια θα είναι τρομερές. Ας επιλέξουμε τη λιγότερο οδυνηρή.