Οικονομική τρομοκρατία

Για μια ακόμη φορά προβάλλονται μαζικά και εντονότατα απειλές ότι έχουμε φθάσει στο παρά πέντε –ίσως και στο παρά ένα– χωρίς, για μια ακόμη φορά, να διευκρινίζονται οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι που απορρέουν από αυτές. Με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να βομβαρδίζουν τους ανήμπορους να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες των διαπραγματεύσεων πολίτες, το σκηνικό τρόμου συντηρείται ως ένα πρόσθετο εργαλείο των διαπραγματεύσεων, στο οποίο η διαμορφούμενη ψυχολογία παίζει ουσιαστικότατο ρόλο με δεδομένο ότι οι κάθε είδους δημοσκοπήσεις σκοπό έχουν να επηρεάσουν τους κυβερνώντες προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Είναι δυσάρεστη η διαπίστωση ότι εκτός από τον απλό κόσμο, ο οποίος δικαιολογημένα ούτε διαθέτει τις ειδικές γνώσεις αλλά ούτε γνωρίζει και τις συναφείς παραμέτρους –γεωπολιτικές, ενεργειακές κ.ά.– που σχετίζονται με το θέμα της σημερινής κατάστασης της ελληνικής οικονομίας, πολιτικά κόμματα, υποτίθεται υπεύθυνα καθότι κοινοβουλευτικά, δηλώνουν πρόθυμα να υπογράψουν την όποια συμφωνία αρκεί να προκύψει κάποια συμφωνία. Βέβαια, οι πρώτοι που θα επικρίνουν με σφοδρότητα την όποια συμφωνία υπογράψει η κυβέρνηση αναμένεται να είναι οι σημερινοί «πρόθυμοι», οι οποίοι θα αποβλέπουν στις ψήφους των απογοητευμένων πολιτών.

Ενώ δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι μια δοκιμασμένη και αποτυχημένη συνταγή χωρίς ίχνος αναπτυξιακής προοπτικής δεν μπορεί να είναι η σωστή λύση, η κεντροδεξιά κοινοβουλευτική αντιπολίτευση –ουσιαστικά πολιτικά απαίδευτη και μερικώς τουλάχιστον δέσμια νεοφιλελεύθερων αγκυλώσεων– επιμένει να προτρέπει τον κυβερνητικό συνασπισμό σε ουσιαστική συνθηκολόγηση, χωρίς καν να μπαίνει στον κόπο να αναλογιστεί τι νέες συμφορές ενδεχομένως να συνεπάγεται κάποια συμφωνία «μνημονιακής συνταγής», όπως πολύ αποτελεσματικά μέχρι τώρα γνωρίζει να σερβίρει το μαγειρείο των θεσμικών εταίρων μας, το οποίο εκούσια και συστηματικά μετέτρεψε την Ελλάδα σε οικονομικό πειραματόζωο και όχι μόνο.

Τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά απ’ ό,τι θέλουν κάποιοι να τα παρουσιάζουν (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι ευχάριστα) και αυτό εκτιμάται ότι θα το διαπιστώσουν σε πολύ λίγες εβδομάδες όσοι σήμερα δυσπιστούν ως προς αυτό. Τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας στην παρούσα παγκόσμια οικονομικοπολιτική συγκυρία είναι δυσάρεστα, απ’ όποια πλευρά και να τα δει κάποιος. Όμως έχει μεγάλη σημασία οι αποφάσεις που πρέπει τώρα να ληφθούν να μην αφορούν τη δημιουργία απλώς θετικών εντυπώσεων που θα ικανοποιούσαν την τρέχουσα ευρωπαϊκή πολιτική συγκυρία, δηλαδή ουσιαστικά τους πιστωτές μας, αλλά να αποτελέσουν την αρχή μιας νέας οικονομικής φάσης που θα οδηγήσει την Ελλάδα, με τις όποιες δυσκολίες, σε μια αναπτυξιακή πορεία μέσω της αναδημιουργίας μιας σύγχρονης παραγωγικής βάσης που θα εξασφαλίζει θέσεις εργασίας και φορολογικά έσοδα.

Ως εκ τούτου, η μέχρι σήμερα διαπραγματευτική πορεία της ελληνικής πλευράς, παρά τους κάποιους προσωπικούς θεατρινισμούς, κρίνεται επιτυχημένη διότι είναι σωστή η στόχευση που αποβλέπει σε μια ουσιαστική αλλαγή πορείας σε σχέση με αυτή στην οποία είχαμε οδηγηθεί την τελευταία πενταετία. Ενώ δηλαδή οι πιστωτές μας είχαν επιβάλει την εφαρμογή σχεδίων που απέβλεπαν αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση του εξωτερικού μας χρέους, εμείς πρέπει επιτέλους να δώσουμε προτεραιότητα σε άμεσες αναπτυξιακές πρωτοβουλίες με σκοπό την παραγωγή πλούτου, μέσω του οποίου θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί ένα εξωτερικό χρέος ικανό να εξυπηρετηθεί.

Το πρόσθετο και βασικό δυσάρεστο συμπέρασμα (πέραν του καθαρά οικονομικού) που βγαίνει από την πολύχρονη εμπειρία της ελληνικής σύνθετης κρίσης οδηγεί αβίαστα στο εύλογο ερώτημα: «Τι δουλειά έχουμε εμείς με αυτούς;». Αυτήν την προοπτική είχαμε οραματιστεί όταν αποφασίζαμε να γίνουμε πλήρες μέλος της τότε ΕΟΚ; Αυτή ήταν η προοπτική της τότε Ευρώπης; Πού είναι τα λόγια τα μεγάλα περί αλληλεγγύης και δημοκρατικών ευαισθησιών; Μήπως η Ευρώπη αρμενίζει στραβά και δεν είναι στραβός ο γιαλός; Μήπως μυρίζει ολοκληρωτικό καπιταλισμό η κατάσταση; Γιατί πρέπει να αποφασίζουν τρίτοι για τις τράπεζες, τις τηλεπικοινωνίες, την ενέργεια, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τους ξένους μετανάστες; Ποιοι κρύβονται πίσω από τις κορυφές των «θεσμών»; Μήπως οι λαοί παγιδεύτηκαν και εξυπηρετούν ως καταναλωτικά ζόμπι συμφέροντα των «αγορών»; Κι αν αύριο δημιουργηθεί ο ευρωπαϊκός στρατός, όπως το επιδιώκουν πρόσφατα κάποιοι με αφορμή την κρίση της Ουκρανίας, σε τίνων τα χέρια θα βρίσκεται η λήψη αποφάσεων για ενδεχόμενη χρησιμοποίησή του – ίσως και για τιθάσευση «άτακτων» παιδιών εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας;