7 Ιούνιος 2015, 16:23 - Τελευταία Ενημέρωση: 5 Ιούνιος 2015, 17:38

Η μαγεία της λέξης Πόντος κατά Μπαμπινιώτη

  • Η μαγεία της λέξης Πόντος κατά Μπαμπινιώτη
    Χάρτης του Εύξεινου Πόντου από τον Μπατίστα Ανιέζε (1544)

Πόντος: Λέξεις όπως Εύξεινος Πόντος, Ελλήσποντος, ποντοπόρα πλοία, καταποντίζω κ.ά. μάς οδηγούν σε μιαν άλλη «θαλασσινή λέξη», τη λ. πόντος. Η κυριολεκτική σημασία τής λ. πόντος είναι «θαλάσσιο πέρασμα», «θάλασσα που λειτουργεί κυρίως ως πέρασμα από τη μια στεριά σε μιαν άλλη». Τέτοιος ήταν λ.χ. ο Εύξεινος πόντος, η επικίνδυνη για τη διάβαση των πλοίων Μαύρη Θάλασσα, ο Άξεινος Πόντος, που ευφημιστικά και αποτρεπτικά ονομάστηκε Εύξεινος Πόντος, «θάλασσα που καλοδέχεται τους ξένους που την διαπλέουν».

Αν η λ. αλς χρησιμοποιήθηκε, όπως είδαμε, στην ποίηση, η λ. πόντος χρησιμοποιήθηκε στον πεζό λόγο ως μια ακόμη λέξη για τη θάλασσα, την κλειστή θάλασσα που λειτουργεί ως πέρασμα (Εύξεινος Πόντος, Έλλης πόντος > Ελλήσποντος, Προποντίς «η θάλασσα τού Μαρμαρά») ή ως καθορισμένων ορίων επιμέρους θάλασσα (ό,τι δηλ. και το πέλαγος) σε χρήσεις όπως Αιγαίος πόντος, Σαρωνικός πόντος, Ικάριος πόντος, Σικελικός πόντος κ.ά.

Ο Όμηρος χρησιμοποιεί για τον πόντο χαρακτηρισμούς όπως απείριτος (=«αδιάβατος»), μεγακήτης («με πολλά και μεγάλα κήτη»), μέλας, οίνοψ (=«κρασωπός, σκουρόχρωμος, στο χρώμα τού κόκκινου κρασιού»).

Όπως προκειμένου για τη λ. θάλασσα έτσι και για τη λ. πόντος ένα πλήθος παράλληλων συνθέτων χρησιμοποιήθηκαν στην αρχαία για να δηλώσουν διάφορες ιδιότητες τής θάλασσας: ποντοβαφής, ποντόβροχος, ποντογενής, ποντοθήρης, ποντοκράτωρ, ποντομέδων, ποντοναύτης, ποντοπαγής, ποντοπλάνητος, ποντοτίνακτος, ποντοχάρυβδις κ.ά.

Λέξεις συγγενείς, που χρησιμοποιούμε και σήμερα είναι το επίθετο πόντ-ιος που σήμαινε ό,τι το θαλάσσιος (πόντιο ύδωρ, πόντιο πέλαγος, πόντια κύματα, πόντια ακτή κ.λπ.) και το επίθετο
ποντ-ικός που δήλωνε κάθε τι που αναφέρεται στον Πόντο ως γεωγραφική τοποθεσία: ποντικόν δένδρεον, ποντική ρίζα (=γλυκόριζα) και ποντικός μυς «η νυφίτσα». Ό,τι ονομάζουμε ποντικός (ποντίκι), το γνωστό τρωκτικό, προέρχεται από το ποντικός μυς, μυς των ποντοπόρων πλοίων (κατά παράλειψιν τού μυς· πβ. και αρουραίος μυς, ο μυς των αγρών). Αξίζει εδώ να αναφερθεί
–για την περιπετειώδη ιστορία των λέξεων– ότι υπήρχε και το ποντικόν κάρυον (ποντικό καρύδι) που, κατά παράλειψιν τού κάρυον, το ποντικόν έγινε findik στα Τουρκικά, απ’ όπου η λ. φουντούκι που ξαναπήραμε ως αντιδάνειο. Σήμερα χρησιμοποιούμε επίσης τη συχνή στον Όμηρο λ. ποντοπόρος «αυτός που διασχίζει τη θάλασσα», καθώς και το πολύ εύχρηστο στην αρχαία γλώσσα ρήμα καταποντίζω «βυθίζω στη θάλασσα».

Η ρίζα από την οποία ξεκίνησε η λ. πόντος είναι η ΙΕ [ινδοευρωπαϊκή] ρίζα *pent- που σήμαινε «πέρασμα». Από την ίδια ρίζα υποστηρίζεται από μερικούς ότι προήλθαν στην Ελληνική το ρ. πατώ, με αρχική σημ. «βαδίζω, περπατώ» και το ουσ. πάτος που σήμαινε αρχικά τον «δρόμο». Η ίδια ρίζα έδωσε το λατ. pons/pontis «γέφυρα», που πέρασε και σε άλλες γλώσσες, απ’ αυτό μάλιστα έγινε και το pontifex «ποντίφηξ», που λόγω τής σπουδαιότητας των ελάχιστων την αρχαία εποχή γεφυρών και τής χρήσης τους ως ελεγχόμενων διαβάσεων, το αξίωμα τού ποντίφηκος ήταν εξαιρετικά σημαντικό, ανατιθέμενο σε ανώτατους ιερείς με αρμοδιότητα την κατασκευή και τη συντήρηση γεφυρών, γεγονός που τους προσπόριζε δύναμη και κύρος. Από την ίδια ρίζα είναι και το ρ. find/finden «ευρίσκω» των γερμανικών γλωσσών.

  • Από το άρθρο με τίτλο «Η θάλασσα στη γλώσσα μας», που φιλοξενείται στο babiniotis.gr.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ