23 Μάιος 2015, 17:41 - Τελευταία Ενημέρωση: 6 Ιούνιος 2016, 19:56

Σταυρίκος Παπαβραμίδης: Από την Τραπεζούντα στην Κρεμμυδαρού της Δραπετσώνας

  • Σταυρίκος Παπαβραμίδης: Από την Τραπεζούντα στην Κρεμμυδαρού της Δραπετσώνας
    Ο Σταυρίκος Παπαβραμίδης σε περσινή παρουσίαση βιβλίου του Θωμά Σίδερη στον Πειραιά

«Το 1922 μας βάλανε σ’ ένα καράβι σωρηδόν, πολλές οικογένειες. Κι αφού μπήκαμε στο καράβι αυτό, στ’ αμπάρια, όλα κομπλέ, ξεκινάνε να μας φέρουν για την Ελλάδα...». Με αυτό τον τρόπο ξεκινά την αφήγησή του ο Σταύρος –Σταυρίκος για τους φίλους του– Παπαβραμίδης. Ο λόγος του κυλάει και μας πάει πίσω στην εποχή που οι καραβιές των προσφύγων διέσχιζαν το Αιγαίο για να φτάσουν πρώτα στα αντίσκηνα της Μακρονήσου και στη συνέχεια στον Πειραιά.

Πρόσφυγας πρώτης γενιάς, ο υπεραιωνόβιος πλέον Σταυρίκος Παπαβραμίδης μεγάλωσε στην Κρεμμυδαρού της Δραπετσώνας· η δική του ήταν η μία από τις τριάντα οικογένειες από την Τραπεζούντα που εγκαταστάθηκαν εκεί. Αδερφός του ο περίφημος λυράρης Νίκος Παπαβραμίδης. «Έπαιζε την ποντιακή λύρα και χαλούσε ο κόσμος», θυμάται.

Τις αναμνήσεις του Σταυρίκου από την εγκατάσταση στην Ελλάδα κατέγραψε ο συγγραφέας-δημοσιογράφος Θωμάς Σίδερης. Η ιστορία του θα δημοσιευτεί μαζί με άλλες αφηγήσεις-ντοκουμέντα στο υπό έκδοση έργο Οι άνθρωποι πίσω από τα παράθυρα της ιστορίας.

Το pontos-news.gr προδημοσιεύει, αποκλειστικά, μερικά αποσπάσματα από την αφήγηση του Σταυρίκου Παπαβραμίδη.

«Αλλά στον πηγεμό φτάνουμε στα καβάκια [λεύκες] για να πάρει το βαπόρι νερό. Εκείνη την ημέρα είχανε πεθάνει από τη διάρροια καμιά δεκαριά άνθρωποι και τους ρίξανε μέσα σ’ ένα πηγάδι. Ποντιακά το πηγάδι το λέγανε κουίν’. Κι έλεγε η μάνα μου –μετά μου τα ’πε βέβαια αυτά γιατί ήμουνα μικρό παιδί και δεν καταλάβαινα– πως τους έσυραν να πέσουν στο κουίν’, τους ρίξανε δηλαδή όσους είχαν πεθάνει μέσα στο πηγάδι.


Ο Σταυρίκος Παπαβραμίδης είναι ένας από τους Πόντιους που μιλούν στο ντοκιμαντέρ «Σκιά στην Ψυχή»

»Πρώτα μάς πήγανε στη Μακρόνησο. Στη Μακρόνησο απάνω είχε αντίσκηνα και μείναμε εκεί πολύ καιρό· κάνα εξάμηνο, ένα χρόνο, δε θυμάμαι. Μετά μας φέρανε στον Πειραιά. Μάλλον πρώτα μας πήγανε στο Λαύριο και μετά στον Πειραιά. Και πριν καλά-καλά προλάβουμε να πατήσουμε το πόδι μας στο χώμα, μας στείλανε στο Λοιμοκαθαρτήριο. 

»Μετά από το Λοιμοκαθαρτήριο, μας πήρανε και μας πήγανε μπροστά από το Τελωνείο Πειραιά. Μας αφήκανε κάμποσες μέρες εκεί και αφού είδανε στο τέλος ότι δεν κουβαλούσαμε αρρώστιες, τότες μόνο μας αμολήσανε και φτάσαμε στη Δραπετσώνα.


Στρατόπεδο προσφύγων στη Μακρόνησο, γύρω στο 1922 (φωτ.: Drexel University Legacy Center)

»Πιτσιρίκια, βλέπαμε παντού παράγκες. Ο κόσμος έτρεχε πάνω-κάτω να κονομήσει το ψωμάκι του, τον επιούσιον που λέμε. Άκουγα τους μεγαλύτερους που λέγανε ότι μας φέρανε στη Δραπετσώνα γιατί ήταν τα εργοστάσια, για να δουλέψει ο κοσμάκης. Θυμάμαι τα Λιπάσματα, τις δεξαμενές με τα πετρέλαια, το Τσιμεντάδικο… Στου Ζαβογιάννη το λιμανάκι ήταν το γυψάδικο και τα καΐκια όλη μέρα κουβαλάγανε το γύψο.

»Οι μεγάλοι στα εργοστάσια και τα παιδιά όλη τη μέρα στους δρόμους. Τα αγόρια παίζαμε ποδόσφαιρο με τα τοπάκια. Όλη η ζωή μας ήταν η μπάλα. Το πρώτο σωματείο που κάναμε στη γειτονιά μου ήταν ο Άτλας Δραπετσώνας. Οι μεγάλοι οι άντρες έφτιαξαν ένα δικό τους, τον Ακρίτα. Ύστερα οι Σμυρνιοί κάναν τον Απόλλωνα. Οι πιο κάτω, οι Εγγλεζονησιώτες, κάναν τον Ερμή. Όλα αυτά τα σωματεία τώρα στην ίδια περιοχή.


Η ομάδα του Απόλλωνα Σμύρνης (1930-2, αρχείο Αντώνη Μήλτσου)

»Ο αδερφός μου είχε κονομήσει μερικές μπαγκανότες [σ.σ.: χάρτινη τουρκική ή αιγυπτιακή λίρα], και με την πρώτη ευκαιρία πήγε κι αγόρασε ένα πλινθόκτιστο σπίτι κι άνοιξε κουρείο. Ήταν και ο πατέρας μου κουρέας στον Πόντο κι είχε μάθει τη δουλειά κοντά του. Ήταν όμως και λυράρης ο αδελφός μου, ο Νίκος Παπαβραμίδης με τ’ όνομα. Έπαιζε την ποντιακή λύρα και χαλούσε ο κόσμος. Τον φώναζαν συχνά και στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Έπαιξε και στα εγκαίνια της τηλεόρασης, τότε που έπαιξε για πρώτη φορά πρόγραμμα.


Νίκος και Σταυρίκος Παπαβραμίδης
(φωτογραφία από το υπό έκδοση ιστορικό λεύκωμα της Ένωσης Ποντίων Πειραιώς-Κερατσινίου-Δραπετσώνας) 

»Τα πιο πολλά μαγαζιά ήτανε στην Κρεμμυδαρού. Η οδός αυτή ξεκινούσε από την οδό Κόνωνος, αλλά όταν μετέπειτα έγινε ο σιδηροδρομικός σταθμός, κόπηκε στα δυο. Αυτό το δεύτερο κομμάτι της άρχιζε από το σταθμό κι ερχότανε ως πάνω στις παράγκες. Στην Κρεμμυδαρού υπήρχαν ραφτάδικα, τσαγκαράδικα, απ’ όλα. Ό,τι ήθελε ο κόσμος να βρει, εκεί έτρεχε. Εκεί υπήρχαν και τα δημόσια αφοδευτήρια. Δεξιά τους ήταν ο Άγιος Φανούριος και οι παράγκες. Τα λέγαμε “αμερικάνικα”. Ήτανε στη σειρά καμιά δεκαπενταριά, μπορεί και είκοσι αφοδευτήρια, και όλοι οι πρόσφυγες από τις παράγκες πηγαίνανε εκεί. Κάποιες οικογένειες Ποντίων, όμως, είχανε φτιάξει τουαλέτες δίπλα από τις παράγκες τους. Αλλά οι περισσότεροι πήγαιναν στις δημόσιες.

»Εμείς στην Κρεμμυδαρού ήμασταν καμιά τριανταριά οικογένειες από την Τραπεζούντα. Πιο κάτω ήταν οι Κοτυωρίτες –από τα Κοτύωρα του Πόντου, κάποιοι τα λένε και Ορντού, που πάει να πει στρατόπεδο–, παρακάτω ήταν οι Κερασούντιοι. Ειδικά αυτοί οι Κερασούντιοι ήταν πονεμένες ψυχές. Στείλανε τον Κεμάλ να τους προστατέψει την εποχή εκείνη και ο Κεμάλ μάζεψε τα γυναικόπαιδα στην παραλία και τους έβαλε σ’ ένα διώροφο και τους έβαλε φωτιά και τους έκαψε.


Ο Σταυρίκος στη χιονισμένη Κρεμμυδαρού
(φωτογραφία από το υπό έκδοση ιστορικό λεύκωμα της Ένωσης Ποντίων Πειραιώς-Κερατσινίου-Δραπετσώνας) 

»Εγώ μεγάλωσα μέσα σ’ ένα μπακάλικο. Ήτανε απέναντι από το σπίτι μου. Ένα σωρό παιδιά μαζευόμαστε εκεί πέρα. Ερχόταν ο κόσμος και ήθελε να ψωνίσει βερεσέ. Τους έγραφε ο μπακάλης στο τεφτέρι. Άλλος ένα πενηνταράκι σάλτσα, άλλος μια δραχμή λάδι. Όταν με πρωτοπήγε η μάνα μου στο μπακάλικο ήμουνα μωρό και λερωνόμουνα πάνω μου. Η μάνα μου δούλευε και με καθάριζε η μάνα του φίλου μου, του Θανάση του Κακουλίδη. Ο πατέρας του, εκτός από μπακάλης, έφτιαχνε και τσόκαρα. Τα χρόνια εκείνα τα τσόκαρα ήτανε ψηλά και τα τακούνια τα κάρφωνε με το σκεπάρνι. Ήξερε, βέβαια, γιατί στον Πόντο έφτιαχνε τσαρούχια. Ζούσανε μια ζωή ωραία εκεί. Παρακάτω από το μπακάλικο ήταν ένα άλλο μπακάλικο, του Παυλίδη, πατριώτης μου κι αυτός, πιο κάτω ήταν ο Κοτυωρίτης ο Τερζανίδης, παρακάτω ήταν ένας Σμυρνιός ο Φωτάκης, πιο κάτω είχε ένα καφεπωλείο και έναν φούρνο που τον είχανε τέσσερα αδέλφια. Εκεί κοντά ήταν και ένας πατριώτης μας που έφτιαχνε παντελόνια. Υπήρχαν πολλοί ραφτάδες και μπαλωματήδες στην Κρεμμυδαρού.


Φωτογραφία σε εφημερίδα της εποχής (αρχείο Αντώνη Μήλτσου)

»Πολλή φτώχεια είχαν αυτοί που ερχόντουσαν από τα νησιά και έμεναν πριν από το σταθμό, στο ΣΕΚ. Παίρνανε μια λαμαρίνα, δυο ξύλα και μια κουρελού και φτιάχνανε σπίτια. Τα “χιώτικα” λέγαμε, δεν ξέραμε γιατί λεγόντουσαν έτσι, αλλά εμείς έτσι τα λέγαμε, μπορεί επειδή να ήτανε πρόσφυγες που πρώτα τους πήγε το βαπόρι στη Χίο. Παραδίπλα ήταν το Καστράκι, εκεί μένανε Σινωπίτες, από τη Σινώπη του Πόντου, καμιά εκατοστή οικογένειες μένανε εκεί. Όλους αυτούς τους “σηκώσανε” από εκεί μετά τον πόλεμο του ’40 και τους πήγανε στην Αμφιάλη, σε κάτι πέτρινα σπίτια που φτιάξανε και τους δώσανε.


Γλέντι στη Δραπετσώνα του 1927 (φωτ.: Σχορέλης)

»Υπήρχαν κι ένα σωρό ταβέρνες εκεί που μέναμε. Η πρώτη που άνοιξε ήτανε του Σαραντόπουλου. Εκεί τραγουδούσε και η Κουκλίτσα με τον άντρα της τον Φλώρο. Ήτανε επί της Εθνικής Αντιστάσεως, έτσι λέγεται ο δρόμος τώρα. Το καλοκαίρι ο κόσμος ερχόταν τριγύρω από το νεκροταφείο της Ανάστασης, υπήρχαν τέσσερα-πέντε κέντρα επί της οδού Αναπαύσεως. Είχα κι έναν αδελφικό φίλο, τον Μπατανίκα, αυτός πάντα έδινε τραγούδια στον Παπαϊωάννου. Ο Μπατανίκας είχε κάνει κι ένα δικό του συγκρότημα και είχε πάρει τον αδελφό μου για να παίζει την ποντιακή λύρα. Ήτανε και ο Χατζηχρήστος, μπουζουξής αυτός, ο σύζυγος της κυρα-Φρόσως, που είχε δυο κόρες, αυτός έμενε λίγο πιο κάτω απ’ το σπίτι μας. Αυτός, επειδή ξενυχτούσε, κοιμότανε όλη μέρα. Εμείς σαν παιδιά άμα τύχαινε και παίζαμε κάτω από το σπίτι του, έβγαινε η κυρα-Φρόσω και μας έδιωχνε για να μην τον ξυπνήσουμε. “Έι κοιμάται έι” φώναζε, και φεύγαμε.

»Υπήρχε κι ένας καφετζής, ο Μάστορας· πιτσιρικάς δούλευα στο καφενείο που είχε. Η δουλειά αυτουνού ήτανε παντοφλάς αλλά όταν μεγάλωσε έκανε τον καφετζή. Έπαιζε και μπαγλαμά, ήταν άφταστος στο όργανο. Θυμάμαι ερχόταν συχνά ο Μανώλης Χιώτης στον καφενέ για να τον ακούσει. Ποιος, ο Χιώτης τώρα να ακούσει τον Μάστορα. Καταλαβαίνεις για τι παίξιμο σου μιλάω. “Ρε Θόδωρα” –Θόδωρα λέγανε τον Μάστορα–, “πάρε τον μπαγλαμά σου και παίξε μου να χαρώ λιγάκι”, έλεγε ο Χιώτης. Και ο Μάστορας έπιανε τον μπαγλαμά κι είχε ένα γλυκό παίξιμο!


Στα Βούρλα οι οίκοι ανοχής λειτούργησαν για περίπου 65 χρόνια και στη συνέχεια έγιναν δικαστικές φυλακές

»Τα Βούρλα –να πούμε και ποιανού ήτανε;–, ήτανε του Πιπινέλη. Σ’ εμάς τα πιτσιρίκια δεν επιτρεπότανε. Έπρεπε να ’σαι μεγάλος, από 16-17 ετών κι απάνω. Υπήρχε αστυνομικός σταθμός κι άμα σε κόβανε οι χωροφύλακες για μικρό, δεν έμπαινες με τίποτα. Κουμάντο έκανε η μεγαλοτσατσά, η Ντουντού. Γι’ αυτήν έχουν γραφτεί και 2-3 τραγούδια, ρεμπέτικα. “Μωρή Ντουντού - μωρή Ντουντού εσύ μου πήρες και το νου, εσύ μου χάλασες το νου” κάτι τέτοια, ας πούμε. Που σημαίνει ότι θα πρέπει η Ντουντού, δεν έχουμε ιστορικά στοιχεία, αλλά θα πρέπει να ήτανε πόρνη κι εκείνη παλαιότερα, για να ’χουν γραφτεί και τραγούδια για κείνη, η οποία πρέπει να ’ναι πολύ ωραία κοπέλα. Τριγύρω από τα Βούρλα ήτανε τεκέδες. Ήτανε του Κερκυραίου, ήτανε του Σάλωνα… Πηγαίνανε και στη σπηλιά του Κουλού. Δεν ήτανε τεκές, ήτανε μια σπηλιά δίπλα στη θάλασσα, ρεμβάζανε τη θάλασσα και καπνίζανε το χασίσι τους. Στα βραχάκια έκρυβαν και τα σύνεργα. Για τους χωροφύλακες, καταλαβαίνεις. Τους κυνηγούσανε.


Το παλιό εργοστάσιο Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα (φωτ.: Παντελής Σαΐτας / ΑΠΕ-ΜΠΕ)

»Εκεί λοιπόν στη σπηλιά του Κουλού είχανε πάει κάποια αγόρια για μπάνιο. Δεκαπέντε χρόνων το πολύ. Όλα τα παιδιά εκεί πηγαίναμε για μπάνιο. Ωραία θάλασσα, προτού τη βρομίσουνε τα εργοστάσια. Αλλά όταν πεινάς τι θες; Μεροκάματο ή θάλασσα; Να φας θέλεις. Είπαμε, τα εργοστάσια γίνανε γιατί χρειαζόντουσαν εργάτες που να δουλεύουν από το πρωί ως το βράδυ και να τους δίνουν ένα ξεροκόμματο. Εκεί λοιπόν στου Κουλού, τη μέρα που πήγανε τ’ αγόρια, μπαίνει ένα μέσα, Παρασάκη τον λέγανε, μη φανταστείς πολύ βαθιά, και πριν καλά-καλά κολυμπήσει έρχεται ένα σκυλόψαρο και το τρώει. Όλη η θάλασσα κάτω από το Τσιμεντάδικο γέμισε αίματα. Πάει ο Παρασάκης, δεν τον ξανάδε ποτέ κανένας από τότε. Το ’φαγε το παιδί. Τότες έρχονταν σκυλόψαρα εδώ, τα τραβούσε το αίμα από τα Σφαγεία. Έπεφτε το αίμα στη θάλασσα, αυτά το μύριζαν και έβγαιναν στα ρηχά. Φόβος και τρόμος. Θυμάμαι μια φορά πιάσανε κάτι ψαράδες ένα μεγάλο ψάρι, δεν ξέρω τι ήτανε… Φάλαινα, ιπποπόταμος… Το φέρανε λοιπόν κάτω στη Δραπετσώνα, το κόψανε κομματάκια και μετά του βγάλανε το λίπος. Μ’ αυτό αλείφανε τα βαπόρια από κάτω.


Σταυρίκος, Χαρονίδης, Μανουσαρίδης σε εκδήλωση Ποντίων 
(φωτογραφία από το υπό έκδοση ιστορικό λεύκωμα της Ένωσης Ποντίων Πειραιώς-Κερατσινίου-Δραπετσώνας) 

»Μπάνιο κάναμε και κάτω από τις δεξαμενές του πετρελαίου, στα πρώτα βοτσαλάκια. Εκεί πηγαίνανε όσοι πρωτομαθαίνανε. Μετά πηγαίναμε πιο πέρα, που ήταν πιο βαθιά, στο “πηδηχτήρι”. Είχε βράχους και κάναμε βουτιές από κει. Μια φορά είχε πέσει η μπάλα του Ατρομήτου στη θάλασσα, ποντιακή ομάδα κι αυτή, δραπετσωνίτικη. Πέφτει μέσα λοιπόν ένας φίλος μου για να την πιάσει. Έφτασε μέχρι το νησάκι της Ψυττάλειας. Τότες η Ψυττάλεια μας φαινόταν μακρινή, λες κι έπρεπε να μπεις σε μεγάλο βαπόρι για να πας. Την προφτάνει λοιπόν στο νησάκι και τη φέρνει πίσω. Μείναμε με το στόμα ανοιχτό. Μεγάλο κατόρθωμα! Τότες καταλάβαμε ότι τίποτα δεν είναι τόσο μακρινό όσο φαίνεται. Αλλά ήμαστε παιδιά. Και τα παιδιά τα βλέπουν αλλιώς τα πράγματα».