Είμαστε λίγοι και μας έχουν ζώσει!

Ένα και δυο: τη μοίρα μας δεν θα την πει κανένας.
Ένα και δυο: τη μοίρα του ήλιου θα την πούμε εμείς.

Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος.

Διαβάζοντας το πεζογράφημα «Τα ίχνη της πυρκαγιάς» του Γιώργου Ιωάννου, αυτού του σεμνού στοχαστή που έφυγε τόσο πρόωρα από κοντά μας, η ματιά μου καρφώθηκε σε μια φράση: «Είμαστε λίγοι και μας έχουν ζώσει!». Ήταν η φωνή ενός ιεροκήρυκα και το στηθοκόπημα που έκαμνε μια Κυριακή πάνω στον άμβωνα της Αχειροποιήτου. «Είμαστε λίγοι και μας έχουν ζώσει!», κραύγαζε κατακόκκινος. Τι πράγμα είμαστε αυτοί οι λίγοι και ποιοι μας έχουν ζώσει, δεν διευκρίνιζε. «Το ’λεγε όμως και το ξανάλεγε με τέτοιο πάθος, ώστε ο κατάμεστος ναός πήρε σε λίγο να συγκλονίζεται...», συνεχίζει χωρίς να δίνει απάντηση ο συγγραφέας.1

Τέλειωσα την ανάγνωση του πεζογραφήματος, μα η σκέψη μου δεν έλεγε να διώξει αυτή τη φράση. Την επαναλάμβανα φωναχτά για ώρες και μέρες.

Δεν θα ησύχαζα αν δεν αναζητούσα την απάντηση. Άνοιξα πολλά βιβλία. Στάθηκα με πολλή περίσκεψη στη μελέτη «Θεσσαλονίκη, τομή της μεταπρατικής πόλης», του Κωστή Μοσκώφ.2 Οι φράσεις που παραθέτω από τον επίλογο αυτού του βιβλίου άρχισαν να ξεδιαλύνουν το αίνιγμα.

«Ο καϋμός της ρωμιοσύνης, κραυγή του Γένους, συνεχίζει να αντηχεί μέσα στην ιστορία – προστίθενται και άλλοι καταποντισμοί μέσα στη ζωή της φυλής. Τώρα όμως ο μεταπρατικός κόσμος θα βρίσκεται σε άμυνα – ο νέος βάρβαρος θα έχει επενεργήσει στο σύστημα – παγκόσμια λαβίδα η αγκαλιά του θα τον συνθλίβει. Η πάλη άλλωστε ακόμα διαρκεί, ο αντίπαλος σηκώνεται, πέφτει, δεν το βάζει κάτω εύκολα. Πολλοί συντριμμένοι δεν θα αντέξουν στην διαρκή εγρήγορση – θα ζητήσουν έτσι καταφύγιο πάλι στη ζεστή ορθοδοξία, την παντοτεινή αυτή μήτρα στους κόλπους της πόλης [της Θεσσαλονίκης]. Άλλοι ενδίδουν στο σύστημα, γίνονται οι πράοι απολογητές του ανταγωνιζόμενοι μόνο τους βλοσυρούς συνηγόρους τους…».

Από τα μέσα του 19ου αιώνα ξεκινά σταδιακά στον μαρτυρικό τόπο μας η εκτροπή. Η τύχη του ελληνισμού και οι ελπίδες για την αναγέννησή του παίζονται και χάνονται την πρώτη τριετία του Αγώνα.

Αφηγείται ο Κολοκοτρώνης: «Εις τον πρώτον χρόνον της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι... και αν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δυο χρόνους ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία... Αλλά δεν εβάσταξεν. Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γίνουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι».3

Αμείλικτα τα ερωτήματα: Τι προκάλεσε τον αφελληνισμό της πολιτικής και την ξένη επέμβαση; Πως καταποντίσθηκαν τα οράματα;

Δημιουργήθηκε μια νόθα –κατ’ ουσίαν μεταπρατική– αστική τάξη, που ποτέ μέχρι σήμερα δεν κατόρθωσε «να βρει τον εαυτό της». Μια τάξη χωρίς κοινωνική συνείδηση με μόνη πολιτική κληρονομιά το κομματικό πλιάτσικο. Η φαυλοκρατία, η κλεπτοκρατία, η ευνοιοκρατία και η αναξιοκρατία επιβλήθηκαν στην κοινωνία, την οποία και διέφθειραν μέχρις μυελού οστέων. Ταυτόχρονα, η Προστασία ποδηγέτησε την πνευματική ζωή του τόπου σπέρνοντας τη θύελλα του «γλωσσικού», ενός τεχνητού προβλήματος, με ανομολόγητο στόχο να διασπάσει και να εξουδετερώσει την διανόηση – πράγμα που εν πολλοίς το πέτυχε.

Όχι, δεν επιρρίπτουμε τις ευθύνες στην Προστασία. Βρήκε και πάντοτε βρίσκει αχυρανθρώπους και μαριονέτες, συμπλεγματικά άτομα για «να κάνει τη δουλειά της». Εμείς οι λίγοι όμως διερωτηθήκαμε ποτέ τι αντιτάξαμε ώστε να μην μπορέσουν οι ξένοι να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους; Όσοι εμπνευσμένοι άνθρωποι έζησαν και δημιούργησαν, θέλοντας να βοηθήσουν αυτό τον τόπο να ανακτήσει την αυθεντική του ταυτότητα, γεύθηκαν πίκρες και απογοητεύσεις.

Μεσολάβησαν πολλές εκτροπές και ρήξεις, ανεπαισθήτως. Οι αλλοτριωτικοί μηχανισμοί πειθανάγκασαν τον Έλληνα να απαρνηθεί το αυθεντικό του πρόσωπο, την ιδιομορφία του – ναι, αυτήν που σήμερα όσο ποτέ άλλοτε χλευάζεται από τους ποικιλώνυμους ξιπασμένους, οι οποίοι επιμένουν να θέλγονται από το «μεγαλείο» της εκφυλισμένης πλέον Δύσης και να απαξιώνουν το γνήσιο ελληνικό ήθος ως αναχρονιστικό.

Το ελληνικό δράμα ευρίσκεται σε εξέλιξη. Αφότου δολίως διερράγησαν οι δεσμοί μας με την παράδοση και τις αξίες μας, σήμερα είμαστε μετέωροι και ταπεινωμένοι. Για τις αιτίες της κακοδαιμονίας μας «ο ένας τα ρίχνει στον άλλο», κατηγορούνται ως «διεφθαρμένοι» οι πολιτικοί, ως «αχρείοι» οι συνδικαλιστές, βάλλονται οι προνομιούχες και ευνοημένες από την εξουσία συντεχνίες, το διεθνές τοκογλυφικό τραπεζικό σύστημα, οι περιβόητες «αγορές» κ.ο.κ. Το αναχρονιστικό και ψευδεπίγραφο ιδεολογικό δίπολο «Δεξιά» και «Αριστερά» πυροδοτείται και εκτρέφεται εντέχνως από αρχομανείς πολιτικούς, οι οποίοι καλλιεργούν ψυχολογία γηπέδου και ωθούν τους «φιλάθλους-χούλιγκαν» σε αντιπαράθεση στις κερκίδες. Με αυτήν τη μέθοδο διασπούν και κατακερματίζουν την κοινωνία, με στόχο να περιθωριοποιήσουν τον πολίτη.

Η σημερινή οικονομική κρίση, ως κύρια συνιστώσα των αλλοτριωτικών μηχανισμών, έχει ως στόχο την πλήρη τιθάσευση και υποταγή της ελληνικής κοινωνίας που μοιραία οδηγείται στην ολοσχερή εξαθλίωση.

Ο τόπος μας έχει αστείρευτες δυνάμεις – πλην κατακερματισμένες. Η Ελλάδα είναι αυτάρκης σε αγαθά, αρκεί να απαλλαγούμε από τις εξαρτήσεις και δεσμεύσεις που μας έχουν επιβάλει. Ανασύνταξη, λοιπόν, και επιστράτευση όλων. Δεν υπάρχει καιρός για άλλες αυταπάτες.

  • Το άρθρο αυτό αποτελεί συνεπτυγμένη και αναθεωρημένη μορφή κειμένου του υπογράφοντος που δημοσιεύτηκε προ διετίας.

1. Γιώργος Ιωάννου, Το δικό μας αίμα, Πεζογραφήματα, εκδ. Κέδρος, 41980.
2. Κωστής Μοσκώφ, Θεσσαλονίκη, τομή της μεταπρατικής πόλης, τόμ. α΄, ε
κδ. Στοχαστής, 2η έκδοση, αναθεωρημένη.
​3.
 Τερτσέτη Άπαντα, Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, επιμ. Γ. Βαλέτα, σ. 255.