14 Μάιος 2015, 09:09 - Τελευταία Ενημέρωση: 11 Μάιος 2016, 11:37

Ζώρας Μελισσανίδης: Όποιος δίνει σε φτωχό και πεινασμένο, δανείζει στον Θεό

  • Ζώρας Μελισσανίδης: Όποιος δίνει σε φτωχό και πεινασμένο, δανείζει στον Θεό
    Ο Ζώρας Μελισσανίδης στη Σχολή Οδηγών που διατηρούσε στη Νίκαια

Ο Ζώρας (Γεώργιος) Μελισσανίδης ήταν ένας Πόντιος ευεργέτης που κληρονόμησε από τον πατέρα του Ιάκωβο τη συμβουλή «όταν έχεις, να δίνεις σ’ εκείνους που δεν έχουν». Και αυτήν τη συμβουλή την μετέτρεψε σε δόγμα: «Όποιος δίνει σε φτωχό και πεινασμένο, δανείζει στον Θεό». Έτσι, από τα νεανικά του χρόνια έως την αποδήμησή του μετεβλήθη σε αρωγό των φτωχών και των αδυνάτων από το υστέρημά του.

Η οικογένειά του καταγόταν από την Τραπεζούντα του Πόντου και υπέστη τέσσερις φορές σκληρούς διωγμούς έως ότου φτάσει στην Ελλάδα το 1937. Την πρώτη φορά το 1850 από την Τραπεζούντα στο Λερί της Χαλδίας· τη δεύτερη το 1895 από το Λερί στο Κάρς· την τρίτη το 1918 από το Κάρς στον Καύκασο· και μετά από εκεί, το 1937 στην Ελλάδα.


Η μακρά πορεία της οικογένειας Μελισσανίδη από την Τραπεζούντα ως τη Νίκαια

Ο Ζώρας (με αυτό τα όνομα έχει πολιτογραφηθεί στις συνειδήσεις των αμέτρητων φίλων του) γεννήθηκε στο Βλαδικαυκάς το 1920, σ’ ένα στρατόπεδο του τσαρικού στρατού όπου διέμεναν ως πρόσφυγες. Η ζωή ήταν σκληρή και η κατάσταση ρευστή λόγω της επανάστασης των Μπολσεβίκων.

Ανήσυχο πνεύμα, ο Ζώρας έμαθε να παίζει λύρα (δώρο ενός θείου του – φωτ. αριστερά), αλλά και κάτι άλλο που δεν θα αποτολμούσε κανένας Έλληνας. Στα 16 του χρόνια πήρε άδεια οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου.

Με τη λύρα, παίζοντας σε γάμους και βαπτίσεις, έβγαλε τα πρώτα του χρήματα. Το 1937 η οικογένεια παίρνει την περιπόθητη άδεια και φεύγει από το Βλαδικαυκάς, μέσω Οδησσού, για την Ελλάδα. Φτάνει ατμοπλοϊκώς στον Πειραιά, στη συνέχεια πηγαίνει στη Χαλκίδα, όπου διέμεινε για λίγο, και μετά στην Κατερίνη. Τελικά η πείνα της Κατοχής την φέρνει στη Φλώρινα. Εκεί ο Ζώρας οργανώθηκε στην Εθνική Αντίσταση κατά των Γερμανών, συνελήφθη, αφέθηκε ελεύθερος και συνέχισε τη δράση του, για την οποία το επίσημο Ελληνικό Κράτος τον επιβράβευσε με αναμνηστικό δίπλωμα και μετάλλιο για την προσφορά του.

Μετά την Απελευθέρωση, ως στιγματισμένος κομμουνιστής, γνώρισε τη φυλακή και την εξορία στην Τρίπολη.

Η εγκατάστασή του στην Κοκκινιά τον δένει με τον κόσμο της. Οι αγαθοεργίες του δεν έχουν τελειωμό. Δίνει έναν ολόκληρο μισθό του για να χειρουργηθεί το παιδάκι μιας πάμφτωχης Ποντίας στην Κοκκινιά που δεν είχε στον ήλιο μοίρα.

Στην Κοκκινιά όλοι γνώριζαν τη σχολή οδηγών του Ζώρα, και πολλοί οφείλουν την εκμάθηση της οδήγησης σ’ αυτόν. Εκείνο το διάστημα γνωρίζει τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, τη Βέρα, και αποκτούν τρία παιδιά – τον Δημήτρη, την Όλγα και τον Ιάκωβο. Και σ’ όλα στα ποντιακά γλέντια δίνει το παρών με τις δύο αγάπες του, τη Βέρα και τη λύρα.


Ο Ζώρας με τις δύο αγάπες του

Δεν του έλειπαν η τόλμη και το χιούμορ. Για να χτιστεί και να ολοκληρωθεί το Πνευματικό Κέντρο της Ένωσης Ποντίων Νικαίας δεν έδωσε μόνο απλόχερα τον οβολό του, αλλά έκανε κάτι που δεν θα τολμούσε να κάνει κανείς. Σε μια επίσκεψη της τότε βασίλισσας Φρειδερίκης στη Νίκαια, γονάτισε εμπρός της με τη λύρα κι άρχισε να παίζει έναν όμορφο σκοπό, καθώς εκείνη χόρευε ποντιακά. «Μεγαλειοτάτη τάξτε», της είπε. «Τι θα θέλατε;» τον ρώτησε. «Να χτιστεί και να ολοκληρωθεί η Ποντιακή Στέγη». Την άλλη μέρα, χάρη στην τόλμη του Ζώρα, η Φρειδερίκη έστειλε ένα εκατομμύριο δραχμές! Έτσι, το όνειρο των Ποντίων της Κοκκινιάς έγινε πραγματικότητα.


Ο Ζώρας με τη Φρειδερίκη

Όταν έχασε τη σύντροφο της ζωής του, πούλησε το σπίτι τους και με τα χρήματα πήγε στην Παναγία Σουμελά για να χτιστεί στη μνήμη της Βέρας ένας ξενώνας. Παρά τις αντιρρήσεις της μονής και των στελεχών του ιδρύματος να μην διαθέσει ό,τι έχει και δεν έχει, ο Ζώρας επέμεινε κι έτσι το όραμά του έγινε πραγματικότητα.

Περνούσε τα καλοκαίρια στις πλαγιές του Βερμίου, στον ξενώνα που έκτισε, και τα απογεύματα γυρνούσε ένα προς ένα τα ποντιακά χωριά της Μακεδονίας, όπου γνώριζε καλλιτέχνες και απλούς ανθρώπους, συμμετείχε σε παρακάθια και αποκτούσε πολλούς φίλους.

Η ζωή του Ζώρα ήταν συνυφασμένη με τις αγαθοεργίες και την οικονομική ενίσχυση των πολιτιστικών σωματείων που στηρίζουν την παράδοση. Δεκάδες ποντιακοί σύλλογοι, σωματεία και ιδρύματα ενισχύονταν συχνά από τον Ζώρα Μελισσανίδη, με χρήματα που έπαιρνε… δανεικά από τον γιο του Δημήτρη.

Πέθανε στα σκαλιά του Ασκληπιείου Βούλας στις 14 Μαΐου του 2002, καθώς πήγαινε να τον δει ο φίλος του γιατρός Βαγγέλης Ασλανίδης. Στην κηδεία του στη Σουμελά, όπου ετάφη, χιλιάδες συνέρρευσαν για να του πουν το στερνό αντίο, ανάμεσα τους πολλοί που είχαν ευεργετηθεί και κλαίγανε για το χαμό του.


Οι λυράρηδες, που προηγούνται της σορού στην κηδεία του Ζώρα, τραγουδούν το παραδοσιακό «Αφήνω γεια σας, άρχοντες»...

Τα παιδιά του, Δημήτρης και Ιάκωβος, έχτισαν στη μνήμη του το Μελισσανίδειο Ίδρυμα που δεσπόζει στο Ιερό Όρος του Βερμίου, κόστισε πάνω από 5 εκατ. ευρώ και είχε θεμελιώσει ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος.

Τάσος Κοντογιαννίδης

  • Ευχαριστούμε τον στρατηγό ε.α. Νικόλαο Σαμψών για την παραχώρηση των φωτογραφιών, που έχουν φιλοξενηθεί στο βιβλίο του Τ. Κοντογιαννίδη Ο Ζώρας του Πόντου – Γεώργιος Μελισσανίδης, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2010.
Gallery