Οι γεωπολιτικές πτυχές της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων

Η Τουρκία αποτελεί τη μοναδική περίπτωση χώρας που αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει γενοκτονία που τελέστηκε στα εδάφη της από ένα καθεστώς του οποίου αποτελεί «φυσικό κληρονόμο», τη στιγμή που δεν υπάρχει άλλη χώρα στον κόσμο που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο δεν έχει δείξει την έμπρακτη μετάνοιά της για εγκλήματα που τελέστηκαν σε διάφορες καμπές της ιστορίας της, στο σχετικά εγγύς παρελθόν!

Φυσικό είναι να απορεί κανείς για ποιον λόγο η Τουρκία αρνείται λυσσωδώς να κάνει μια κίνηση η οποία αφενός θα την εξαγνίσει και αφετέρου θα δημιουργήσει κατάλληλες συνθήκες για την ουσιαστική εξομάλυνση των σχέσεών της με τις γειτονικές χώρες, ενώ θα εξαλείψει σε εσωτερικό επίπεδο εστίες οι οποίες πυροδοτούν και ανατροφοδοτούν εντάσεις, μη επιτρέποντας την επίτευξη μιας πραγματικής κοινωνικής ειρήνης.

Πριν αναφερθούμε στις αιτίες της λυσσώδους στάσης της Άγκυρας στο θέμα, να περιγράψουμε εν ολίγοις τα θλιβερά γεγονότα της Γενοκτονίας. Οι Νεότουρκοι, που είχαν ολοκληρώσει
σε επιτελικό επίπεδο το σχέδιο της γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών από το 1911, θεώρησαν ότι ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτελεί μια «θαυμάσια» ευκαιρία για την υλοποίησή του.

Η Γενοκτονία ξεκίνησε στις 24 Απριλίου του 1915, με τη σύλληψη των ιερωμένων, των επιστημόνων, των επιχειρηματιών και των διανοουμένων της πολυπληθούς αρμενικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης. Χίλιοι από αυτούς κατακρεουργήθηκαν από τους μηχανισμούς του κράτους των Νεοτούρκων. Αμέσως μετά επιστρατεύτηκαν 60.000 Αρμένιοι, οι οποίοι εκτελέστηκαν στο σύνολό τους από τον οθωμανικό στρατό. Στη συνέχεια, και αφού είχε εξολοθρευθεί ο ανδρικός πληθυσμός που θα μπορούσε να αντισταθεί, άρχισαν οι σφαγές και οι λεηλασίες των αρμενικών κοινοτήτων της μικρασιατικής υπαίθρου. Οι αστικοί και ημιαστικοί πληθυσμοί οδηγήθηκαν σε καραβάνια σε κέντρα συγκεντρώσεως σε διάφορα σημεία της Ανατολής, με τελικό προορισμό την έρημο του Ντερ αλ Ζορ, στη Συρία. Οι περισσότεροι δολοφονήθηκαν στις διαδρομές των καραβανιών του θανάτου, και όσοι έφθασαν στην έρημο έχασαν εκεί τη ζωή τους από πείνα, δίψα και μεταδοτικές ασθένειες!

Έτσι έχασαν τη ζωή τους 1,5 εκατομμύριο Αρμένιοι. 

Η Γαλλία, η Ρωσία και η Μεγάλη Βρετανία είναι οι πρώτες χώρες που αντέδρασαν, εκδίδοντας τον Μάιο του 1915 από κοινού ανακοίνωση η οποία χαρακτήριζε από τότε τις σφαγές εναντίον των Αρμενίων ως «ένα έγκλημα κατά του πολιτισμού και κατά της ανθρωπότητας».

Η τελευταία φάση της Γενοκτονίας, η οποία είναι ακόμα σε εξέλιξη, είναι η λυσσώδης άρνηση των τουρκικών κυβερνήσεων να την αναγνωρίσουν, παρά την αναγνώρισή της από δεκάδες χώρες του πολιτισμένου κόσμου.

Αν λοιπόν αναζητήσουμε τις κύριες αιτίες που οδηγούν την Άγκυρα και το τουρκικό κράτος στην τήρηση της συγκεκριμένης στάσης, πέραν τον ιδεολογικών, σοβινιστικών και ρατσιστικών που είναι ριζωμένες στην τουρκική διοίκηση αλλά και στην τουρκική κοινωνία, θα τις εντοπίσουμε στο διακύβευμα που κρύβεται πίσω από μια τέτοια αναγνώριση.

Το τουρκικό κράτος, την ώρα που τελούσε τα εγκλήματα εναντίον των Αρμενίων, έβαζε στο χέρι και τις περιουσίες τους. Τα σπίτια και τα υπάρχοντα τα λεηλάτησαν οι σφαγείς και οι αξιωματικοί. Τις γυναίκες και τα κορίτσια τα βίασαν οι ίδιοι. Τα δεκάδες χιλιάδες ορφανά τα πήραν αγάδες και μπέηδες, ένα εκ των οποίων, την Σαμπιχά Γκιοκτσέν, ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ. Την ακίνητη περιουσία του 1,5 εκατομμυρίου Αρμενίων την πήρε το τουρκικό κράτος, όπως και τις καταθέσεις τους, τη διαχείριση των οποίων ανέλαβε η Ziraat Bankası, η οποία με αυτά τα ματωμένα λεφτά, μεταξύ άλλων, κάνει «επενδύσεις» στην Ελλάδα!

Εκεί λοιπόν κρύβεται το μυστικό της λυσσώδους αντίδρασης της Τουρκίας, η οποία φοβάται ότι της αναγνώρισης θα ακολουθήσει η διεκδίκηση των περιουσιών, μια διαδικασία η οποία, σε συνδυασμό με το Κουρδικό, μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπές με σοβαρές γεωπολιτικές προεκτάσεις!

Αυτά προς το παρόν για το θέμα, με την υποσημείωση ότι ενώ το όνομα των Ασσυρίων ακούγεται στον παγκόσμιο πολιτικό θόρυβο που έχει ξεσπάσει το τελευταίο διάστημα, λόγω της συμπλήρωσης 100 χρόνων από το έγκλημα της Γενοκτονίας, οι Έλληνες, που χάσαμε περίπου δυο εκατομμύρια ανθρώπους στο πλαίσιο του ίδιου σχεδίου, της Γενοκτονίας των χριστιανών της Ανατολής, είμαστε και πάλι απόντες, λόγω έλλειψης κοινής στρατηγικής, με τις ευθύνες να κατανέμονται στους πολιτικούς και τα κόμματα από τη μια πλευρά, και στον οργανωμένο προσφυγικό χώρο από την άλλη.

  • Το άρθρο δημοσιεύεται σήμερα και στην εφ. δημοκρατία.