Η Ελλάδα σε ρόλο πεταλούδας

Το παράδειγμα της πεταλούδας είναι το πιο χαρακτηριστικό για να καταλάβει τη θεωρία του χάους και ο πλέον αμύητος. Μια πεταλούδα που θα πετάξει στο Πεκίνο, χωρίς να προβλεφθεί η ύπαρξή της, μπορεί να επηρεάσει την αλλαγή του καιρού.

Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση της εξέλιξής της και βιώνει τις αστάθειες και τις αβεβαιότητες αυτής της προσαρμογής. Η ελληνική περίπτωση –τώρα, με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ– είναι η πεταλούδα του παραδείγματος που ανατρέπει τη νομοτελειακή εξέλιξη του κ. Σόιμπλε.

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών διαχειρίστηκε μέχρι τώρα με κλασικό μονεταριστικό τρόπο τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, αλλά επιδεικνύει μια ανελαστικότητα που δεν ταιριάζει στο πολύπλοκο και χαοτικό ευρωπαϊκό σύστημα.

Εκείνο που χαρακτηρίζει διαχρονικά το καπιταλιστικό σύστημα ήταν η δυνατότητα ευελιξίας και προσαρμογής που επιδείκνυε. Ο κ. Σόιμπλε, ιδεοληπτικός όπως και μερικοί ημέτεροι στην κυβέρνηση, κινείται σε αντίθεση με αυτόν τον κανόνα. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη φύση του καπιταλισμού και του αστικού πολιτικού συστήματος. Γι’ αυτό φέρνει στα όριά του το ευρωπαϊκό πολιτικό και οικονομικό σύστημα.

Ένα χαοτικό σύστημα δεν μπορεί να είναι γραμμικό. Αυτό σημαίνει πως ο κ. Σόιμπλε μπορεί να έχει δίκιο σε μερικά ή σε πολλά από όσα λέει, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως αυτά βοηθούν την αναπαραγωγή αυτού που γνωρίσαμε ως Ευρώπη και ευρωπαϊκή προσπάθεια για ένωση μετά τον Πόλεμο.

Δηλαδή, τα χαοτικά συστήματα για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά χρειάζονται τις ασυνέχειές τους, τις υπερβάσεις από τη γραμμική ορθολογική σκέψη. Με λίγα, λόγια η γερμανική πολιτική πρέπει να δείξει ευελιξία, υπό την πίεση των ελληνικών προκλήσεων, και να ισορροπήσει σε ένα νέο σημείο.

Η Ελλάδα, λειτουργώντας ως η πεταλούδα του χαοτικού ευρωπαϊκού συστήματος, θα αποβεί στο τέλος επωφελής για τη Ευρώπη διότι την αναγκάζει να αναπροσαρμοστεί σε νέα δεδομένα που θα της φανούν χρήσιμα.

Δεν θα ωφελήσει, όμως, τον εαυτό της. Θα σώσει την Ευρώπη καταστρέφοντας τον εαυτό της. Δεν θα είναι, άλλωστε η πρώτη φορά.

Τι σημαίνει αυτό;

Πρώτον: Η ελληνική κυβέρνηση, με τον τρόπο που κινείται διεκδικώντας την επιβίωση της χώρας, εξαντλεί το όποιο κεφάλαιο αξιοπιστίας της απέμεινε. Κι αυτό θα έχει καταλυτικές επιπτώσεις στο μελλοντικό της status στην Ευρώπη. Διότι μπορεί να ειρωνευόμαστε τη γνωστή ρήση του Καραμανλή για το πού ανήκει η χώρα, αλλά στην ουσία της είναι εύστοχη. Η ελληνική νοοτροπία είναι συντριπτικά πλησιέστερα προς τη Δυτική από ότι στην Ανατολική.

Δεύτερον: Καλώς ή κακώς, οι ελληνικές κυβερνήσεις εδώ και χρόνια έκαναν την επιλογή της διαχείρισης των θεμάτων εξωτερικής πολιτικής που απασχολούν τη χώρα μέσω της διπλωματίας και της πολιτικής, κυρίως, και λιγότερο μέσω της διαμόρφωσης μιας ισορροπίας ισχύος με την Τουρκία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας κρίσιμης ανισορροπίας στους εξοπλισμούς των δύο χωρών.

Το έλλειμμα αυτό οι ελληνικές κυβερνήσεις επιχειρούσαν να το καλύψουν μέσω της συμμετοχής της χώρας σε κρίσιμους διεθνείς θεσμούς. Η συμμετοχή αυτή τις περισσότερες φορές επιτυγχανόταν για πολιτικούς λόγους. Η ένταξη και στην Ευρωπαϊκή ένωση και στην Ευρωζώνη επετεύχθη με το τελικό στρογγύλεμα για λόγους πολιτικής και όχι επειδή η χώρα ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις.

Απώλεια κύρους και αξιοπιστίας της χώρας σημαίνει απώλεια αυτής της δυνατότητας. Και αυτό το έλλειμμα είναι, για το μέλλον, εξίσου σημαντικό, ίσως σημαντικότερο από το ανισοζύγιο στρατιωτικής ισχύος.

Τρίτον: Οι Ηνωμένες Πολιτείες βοήθησαν αναμφιβόλως την Ελλάδα στο θέμα της οικονομικής κρίσης. Αυτό δεν σημαίνει πως ταυτίζονται με την Αθήνα και στα θέματα εξωτερικής πολιτικής που αντιμετωπίζει.

Ήδη, από ό,τι αποκαλύφθηκε από χθεσινά δημοσιεύματα, η χώρα πιέστηκε και από τις ΗΠΑ και από τη Γερμανία να προσέλθει σε διάλογο με τα Σκόπια για την εξεύρεση λύσης στο θέμα της ονομασίας.

Οι εξελίξεις δεν είναι τόσο ουδέτερες όσο, ενδεχομένως, υποθέτει κανείς.

Στη Σύνοδο των Υπουργών Εξωτερικών των χωρών μελών του ΝΑΤΟ, τον Δεκέμβριο του 2014, το τελικό ανακοινωθέν αναφερόταν στα Σκόπια με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Οι διαμαρτυρίες της ελληνικής πλευράς δεν έγιναν δεκτές, με αποτέλεσμα ο τότε υπουργός Εξωτερικών να αποχωρήσει από τη συνάντηση. Το γεγονός όμως δεν ήταν καθόλου τυχαίο. Η Ελλάδα πιέζεται να δεχθεί λύση, αλλά το πλαίσιο αυτής της λύσης δεν είναι ακόμη γνωστό. Ας μην θεωρούμε δεδομένο ότι ο διεθνής και ο ευρωπαϊκός παράγων θα είναι με το μέρος μας. Ιδιαίτερα τώρα, που έχουμε αναλώσει το κεφάλαιο αξιοπιστίας. Η αμερικανική πολιτική είναι πολυσύνθετη. Κάθε φορά που βοηθάει, θα ζητήσει και το αντάλλαγμά της.

Η Ελλάδα δεν μπόρεσε να διαχειριστεί την υπόθεση των Σκοπίων μέχρι τώρα, παρά τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Στο κυριότερο θέμα που την απασχολεί, στο θέμα της ονομασίας, ο διεθνής παράγων και ο διεθνής συσχετισμός δεν την ευνοεί. Το πλεονέκτημά της ήταν η εξισορρόπηση του θέματος μέσα από τους θεσμούς στους οποίους συμμετείχε. Αυτήν τη συμμαχική ή εταιρική εύνοια θα συνεχίσει να την έχει; Πολύ αμφιβάλλω.

Τέταρτον: Στο άλλο μέτωπο με την Τουρκία, σέρνεται και εκεί σε ΜΟΕ (Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης). Τα ΜΟΕ δεν είναι τίποτε άλλο από μια αμερικανική εμμονή για να διολισθήσει μαλακά η χώρα στις τουρκικές απαιτήσεις. Η κυβέρνηση, μετά την τελευταία ένταση με την τουρκική NOTAM, εξήγγειλε τη συμμετοχή της, με θετικές τυμπανοκρουσίες, στη συζήτηση ΜΟΕ με την Τουρκία. Δεν υπάρχει περίπτωση από τέτοιες συζητήσεις να βγει η Ελλάδα ωφελημένη.

Τα ΜΟΕ είναι ο ήπιος τρόπος ελληνικών υποχωρήσεων. (Μαδρίτη, ΝΑΤΟ, Ελσίνκι κτλ).

Πέμπτον: Υπάρχει μια κινητικότητα γεωπολιτικού επαναπροσδιορισμού στην περιοχή μας, στην οποία η κυβέρνηση πρέπει να εστιάσει το ενδιαφέρον της.

Οι ΗΠΑ, παρά τις πολλές και ισχυρές αντιδράσεις που συναντά ο Ομπάμα, επανεισάγουν στο γεωπολιτκό παιχνίδι της περιοχής το Ιράν. Αυτό προκάλεσε ήδη την αντίδραση της Τουρκίας, της οποίας ο πρόεδρος Ερντογάν έσπευσε στη Σαουδική Αραβία για τη συγκρότηση μιας σουνιτικής συμμαχίας που θα εξισορροπήσει το σιιτικό τόξο. Οι ΗΠΑ θα κινηθούν εξισορροπητικά μεταξύ των δύο διαμορφούμενων πόλων. Η Τουρκία, πλέον, δεν απολαμβάνει της εμπιστοσύνης που της είχε ο Ομπάμα. Όλα αυτά δημιουργούν μια ρευστότητα η οποία θα πρέπει να αναλυθεί, και η χώρα να διερευνήσει τα δικά της συμφέροντα και τον τρόπο αντιμετώπισής του.

Προϋπόθεση, για όλες τις κινήσεις της αποτελεί η αξιοπιστία. Και αυτήν την χάνει με γοργούς ρυθμούς.

Απόλυτη προτεραιότητα, να αρχίσει να την ανακτά.