8 Μάρτιος 2015, 09:15 - Τελευταία Ενημέρωση: 5 Ιούνιος 2015, 20:08
Ποντιακά
OFF

Η γυναίκα του Μονόγιαννε

Η γυναίκα του Μονόγιαννε (απόδοση στα νεοελληνικά)
  • Η γυναίκα του Μονόγιαννε
    Λεπτομέρεια από πίνακα του Δημήτρη Σκουρτέλη

Μια μοναδικής ομορφιάς ιστορία, ως προς το περιεχόμενο και τη γλώσσα,* από τον Ακριτικό Κύκλο.
* Για εναλλαγή μεταξύ πρωτοτύπου και νεοελληνικής απόδοσης, πατήστε το κουμπί δίπλα στη λέξη «Ποντιακά», πάνω από τον τίτλο.

Διψούν τ’ ελάφια ’ς σα βουνά, τα ζαρκάδια ’ς σα όρη,
διψά κι η διπλοθάλαμος,* διψά τη Γιάννε η κάλη.
– E… πεθερά, ε… πεθερά, χουλιάρ’ νερόν, εκάγα!
– Την πεθερά σ’  μη λες ατο, πε’ ατο τον Γιάννεν.
– Ε… Γιάννε μ’ και Μονόγιαννε μ’, χουλιάρ’ νερόν, εκάγα!
Κι ο Γιάννες, ο Μονόγιαννες,* ο μαναχόν ο Γιάννες,
ο Γιάννες επεπίρνιξεν* και ’ς σο πεγάδ’ επήεν,
γαργάριξεν* η μαστραπά κι εγνέφιξεν ο δράκον
κι εξέβεν δράκος άγγελος και θέλ’ να τρώει τον Γιάννεν.
– Καλώς, καλώς το πρόγευμα μ’, καλώς το δειλινάρι μ’,
καλώς ντο τρώγω και δειπνώ και κείμαι και κοιμούμαι.
– Παρακαλώ σε δράκε, άφ’σε με καν* πέντε-έξ’ ημέρας,
πάω ελέπω τον κύρη μου, έρχουμαι κι εσύ φά’ με.
– Αρ’ άμε, άμε Γιάννε μου, άμε κι αγλήγορα έλα.
Πήγεν ο Γιάννες κι έργεψεν κι ο δράκον εθερέθεν,*
όντες τερεί το πέραγκιάν’,* ο Γιάννες κατηβαίνει.
– Καλώς, καλώς το πρόγευμα μ’, καλώς το δειλινάρι μ’,
καλώς ντο τρώγω και δειπνώ και κείμαι και κοιμούμαι.
– Άφ’σε με δράκε, άφ’σε με, άφ’σε με ναι θερίον,
πάω ελέπω τη μάνα μου, έρχουμαι κι εσύ φά’ με.
– Αρ’ άμε, άμε Γιάννε μου, άμε κι αγλήγορα έλα.
πήγεν ο Γιάννες κι έργεψεν κι ο δράκον εθερέθεν,
όντες τερεί το πέραγκιάν’, ο Γιάννες κατηβαίνει.
– Καλώς, καλώς το πρόγευμα μ’, καλώς το δειλινάρι μ’,
καλώς ντο τρώγω και δειπνώ και κείμαι και κοιμούμαι.
– Παρακαλώ σε δράκε μου, Θεού παρακαλίας,
ας πάω ελέπω τ’ ορφανά, διατάχκουμαι* την κάλη μ’.
– Αρ’ άμε, άμε Γιάννε μου, άμε κι αγλήγορα έλα.
Πήγεν ο Γιάννες κι έργεψεν κι ο δράκον εθερέθεν,
όντες τερεί το πέραγκιάν’, ο Γιάννες κατηβαίνει.
Είχεν τα χέρια τ’ ’πίσταυρα, την γούλαν κρεμαμένον,
κι άλλ’ από ’πίσ’ ο κύρης ατ’, χτουπίζ’* τα γένια τ’ κι έρ’ται
κι άλλ’ από ’πίσ’ η μάνα του, φτουλίεται* η μάρσα*
κι άλλ’ από ’πίσ’ τα ορφανά τ’, τη γούλαν ζαρωμένον
κι απ’ έμπρου πάει η κάλη ατ’, χρυσοκαβαλαρέα,
κατακαρδών’* τον Γιάννεν ατ’ς και φοβερίζ’ τον δράκον:
– Καλώς, καλώς τον Γιάννε μου, το πρωινό το διάρι* μ’.
– Καλώς, καλώς το δράκο μου, τ’ ολημερ’νόν το διάρι μ’.
– Καλώς, καλώς το πρόγευμα μ’, καλώς το δειλινάρι μ’,
καλώς ντο τρώγω και δειπνώ και κείμαι και κοιμούμαι.
– Σπαθίν να έν’ το πρόγευμα σ’, κοντάρ’ το δειλινάρι σ’,
φαρμάκ’ να τρως και να δειπνάς και κείσαι και κοιμάσαι.
– Κόρ’ απ’ εμέν ’κ’ εντρέπεσαι; Απ’ εμέν’ ’κί φο’άσαι;
– Απ’ εσέν ξάι ’κ’ εντρέπουμαι, απ’ εσέν ’κί φο’ούμαι.
– ’Σ σον Θ’ό σ’, ’ς σον Θ’ό σ’ ναι κόρασον, τα γονιακά σ’ απ’ όθεν;!
– Ο κύρη μ’ απ’ τους ουρανούς, η μάνα μ’ απ’ τα νέφια,
τ’ αδέλφια μ’  ’στράφνε και βροντούν κι εγώ γριλεύω* δράκους!
’Σ σου πεθερού μ’ το τζακόν’* σεράντα δράκων δέρμαν,
έναν θα πέρω και τ’ εσόν, γίνταν’ σεράντα έναν!
Και ’ς  ση μωρί’ μ’ και το κουνίν σεράντα δρακοδόντια,
κρούω και πέρω και τ’ εσόν, γίνταν’ σεράντα έναν!
– Καθώς και λες, ναι κόρασον, άμε κι απ’ όθεν έρθες,
ας έν’ ο Γιάννες χάρισμα σ’, έπαρ’  τον κι άμε δέβα.
ας έν’ ο Γιάννες αδελφό μ’ κι η κάλη ατ’ η νύφε μ’,
του Γιάννε τα μικρότερα ας είν’ γυναικαδέλφια* μ’.

Γλωσσική επιμέλεια
Ηλίας Τ. Υφαντίδης

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

  • διπλοθάλαμος Έγκυος ετοιμόγεννη
  • Μονόγιαννες 1. Ο Γιάννης που απέμεινε ολομόναχος, 2. Ο μοναχογιός
  • επεπίρνιξεν Έφυγε βιαστικά
  • γαργάριξεν < γαργαρίζω < από τον ονοματοποιημένο φθόγγο «γαρ γαρ»: 1. Κάνω γαργαρισμό με οποιοδήποτε υγρό στο φάρυγγα, 2. Παράγω κρότο
  • καν < ο αρχ. υποθετ. σύνδ. καν < και αν: Μέχρι, έως, περίπου
  • εθερέθεν Έγινε θεριό, θύμωσε
  • πέραγκιάν’ (επίρρ.) < από το πέραν και άνω: Το απέναντι και άνω μέρος, το ανηφορικό και αντικρινό
  • διατάχκουμαι < από το αρχ. διατάσσω, ορίζω: 1. Ορίζω, προστάζω, 2. Δίνω οδηγίες, καθοδηγώ, 3. Κάνω τη διαθήκη μου,
    4. Έχω την επιθυμία να τάξω τον εαυτό μου: «Διατάχκουμαι να πάω ’ς σην Παναΐα»
  • χτουπίζ’ (χτουπίζω) < από το αρχ. εκτοπίζω (φέρω έξω τόπου, απομακρύνω): 1. Μαδώ, τίλλω, 2. Αποκόπτω φύλλα,
    3. Αποκόπτω μέχρι τη ρίζα, 4. (μεταφορικά) Εκμεταλλεύομαι κάποιον αποσπώντας του χρήματα ή οτιδήποτε άλλο οικονομικής ωφελείας
  • φτουλίεται < από το ουσ. φτίλιν: Μαδώ (τρίχες, φτερά κτλ.)
  • μάρσα Δόλια
  • κατακαρδών’ (κατακαρδώνω) < από την πρόθ. κατά και το ουσ. καρδία: Δίνω θάρρος, ενθαρρύνω
  • διάρι < από το μεσ. ουσ. διάριν, εκ του λατιν. diarium = στρατιωτικό σιτηρέσιο: 1. Η άπαξ παρεχομένη τροφή, 2. Μικρό μέρος πράγματος (συνήθως φαγώσιμου) το οποίο διανέμεται σε πολλούς, 3. Τακτή ώρα: «με το διάριν τρώγομε», 4. Φορά: «έγκα δύο διάρια νερόν»
  • γριλεύω < από το τουρκ. kırılmak: Αφανίζω, καταστρέφω
  • τζακόν’ < τζακόνιν (αγνώστου ετύμου): Αυλή
  • γυναικαδέλφια, γυναικάδελφος Κουνιάδοι, κουνιάδος

Διψούν τα ελάφια στα βουνά, τα ζαρκάδια στα όρη,
διψά κι η ετοιμόγεννη, διψά του Γιάννη η γυναίκα.
– Ε... πεθερά, ε... πεθερά, ένα κουτάλι νερό, κάηκα!
– Στην πεθερά σου μην το λες, πες το στον Γιάννη.
– Ε... Γιάννη μου και Μονόγιαννή μου, ένα κουτάλι νερό, κάηκα!
Κι ο Γιάννης, ο Μονόγιαννης, ο έρημος ο Γιάννης,
ο Γιάννης έφυγε βιαστικά και στο πηγάδι πήγε,
χτύπησε τον μαστραπά και ξύπνησε ο δράκος
και βγήκε δράκος-άγγελος και θέλει να φάει τον Γιάννη.
– Καλώς, καλώς το πρόγευμά μου, καλώς το δειλινό μου,
καλώς το που το τρώω και δειπνώ και πέφτω και κοιμάμαι.
– Παρακαλώ σε δράκε, άσε με μέχρι πέντ'-έξι μέρες,
να πάω να δω τον κύρη μου, έρχομαι κι εσύ φάε με.
– Άμε, άμε Γιάννη μου, πήγαινε και γρήγορα έλα.
Πήγε ο Γιάννης κι άργησε, κι ο δράκος θύμωσε,
και σαν κοιτάζει απέναντι ψηλά, ο Γιάννης κατεβαίνει.
– Καλώς, καλώς το πρόγευμά μου, καλώς το δειλινό μου,
καλώς το που το τρώω και δειπνώ και πέφτω και κοιμάμαι.
– Άσε με δράκε, άσε με, άσε με ναι θηρίο,
να πάω να δω τη μάνα μου, κι όταν έρθω, εσύ φάε με.
– Άμε, άμε Γιάννη μου, πήγαινε και γρήγορα έλα.
Πήγε ο Γιάννης κι άργησε κι ο δράκος θύμωσε,
και σαν κοιτάζει από απέναντι, ο Γιάννης κατεβαίνει.
– Καλώς, καλώς το πρόγευμά μου, καλώς το δείπνο μου,
καλώς το που το τρώω και δειπνώ και πέφτω και κοιμάμαι
– Παρακαλώ σε δράκε μου, Θεού παρακάλια σου κάμω,
ας πάω να δω τα ορφανά, τη γυναίκα μου να ορμηνέψω.
– Άμε, άμε Γιάννη μου, πήγαινε και γρήγορα έλα.
Πήγε ο Γιάννης κι άργησε κι ο δράκος θύμωσε,
και σαν κοιτάζει απέναντι ψηλά ο Γιάννης κατεβαίνει.
Είχε τα χέρια του σταυρωτά, το λαιμό του κρεμασμένο,
και πιο πίσω ο κύρης του μαδάει τα γένια του κι έρχεται,
και πιο πίσω η μάνα του μαλλιοτραβιέται η δόλια,
και πιο πίσω τα ορφανά του, με τους λαιμούς τους ζαρωμένους,
και μπροστά πάει η γυναίκα του, καβάλα σε χρυσό άλογο,
εμψυχώνει τον Γιάννη της και φοβερίζει το δράκο.
– Καλώς, καλώς τον Γιάννη μου, το πρωινό το φαγητό μου.
– Καλώς, καλώς το δράκο μου, το ολοήμερο φαγητό μου.
– Καλώς, καλώς το πρόγευμά μου, καλώς το βραδινό μου,
καλώς το που το τρώω και δειπνώ και πέφτω και κοιμάμαι.
– Σπαθί να είναι το πρόγευμά σου, κοντάρι το δείπνο σου,
φαρμάκι να φας και να δειπνήσεις, να πέσεις και να κοιμηθείς.
– Κόρη από εμένα δεν ντρέπεσαι; Από μένα δεν φοβάσαι;
– Από σένα καθόλου δεν ντρέπομαι, καθόλου δεν σε φοβάμαι.
– Στον Θεό σου, για τον Θεό σου κοπελιά, από πού είναι τα γονικά σου;!
– Ο κύρης μου είναι απ’ τους ουρανούς, η μάνα μου απ’ τα νέφη,
τ’ αδέλφια μου αστράφτουν και βροντούν κι εγώ σκοτώνω δράκους!
Στου πεθερού μου την αυλή σαράντα δράκων δέρματα,
παίρνοντας και το δικό σου, γίνονται σαράντα ένα !
Και στου μωρού μου την κούνια σαράντα δρακοδόντια,
βγάζω και παίρνω και το δικό σου, γίνονται σαράντα ένα!
– Καθώς λες αυτά που μου λες βρε κοπελιά, τράβα στο καλό σου,
ας είναι ο Γιάννης χάρισμά σου, πάρ’ τον και πήγαινε,
ας είναι ο Γιάννης αδελφός μου και η γυναίκα του νύφη μου,
του Γιάννη τα παιδόπουλα ας μου ’ναι κουνιαδάκια.

Γλωσσική επιμέλεια, απόδοση στα νεοελληνικά
Ηλίας Τ. Υφαντίδης