Παντελής Σαββίδης
25 Φεβρουάριος 2015, 09:00

Τέρμα το πείραμα;

Ο κ. Τσίπρας οικοδομεί τη «Νέα Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία», έναν πολιτικό πόλο που μαζί με τη «Νέα Δημοκρατία», η οποία και αυτή, ίσως, μετονομαστεί, θα αποτελέσουν το δίπολο του νέου πολιτικού φάσματος στην Ελλάδα.

Η επιστολή που έστειλε ο κ. Βαρουφάκης στους εταίρους, και έγινε αποδεκτή, ολοκλήρωσε μια περίοδο πειραματισμών και αντοχής του ελληνικού πολιτικού συστήματος της Ελλάδας ως χώρας, της Ευρώπης ως πολιτικής οντότητας σε αναζήτηση κάτι διαφορετικού, και της διάθεσης των ΗΠΑ να πιέσουν το Βερολίνο πέραν αυτών που ήταν διατεθειμένη να παράσχει η ηγεσία του.

Οι «προτάσεις Βαρουφάκη», που ήταν προτάσεις της κυβέρνησης, δεν διαφέρουν επί της ουσίας σε τίποτε από την πολιτική των προκατόχων της σημερινής κυβέρνησης. Αντιδράσεις υπήρξαν σε υπουργικό επίπεδο και εκφράστηκαν από τον κ. Λαφαζάνη, όπως και εξωθεσμικά, από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον οποίο ο πρωθυπουργός, τιμής ένεκεν, επισκέφθηκε στο σπίτι του για να του εξηγήσει την πολιτική του.

Καλά κάνει ο κ. Τσίπρας και προσπαθεί να διαφυλάξει την εθνική ενότητα που πέτυχε με την ανάληψη της εξουσίας, αλλά θα δυσκολευτεί από εδώ και πέρα να την συνεχίσει διότι θα αναγκαστεί να ακολουθήσει άλλη πολιτική από αυτήν που διεκήρυσσε προεκλογικά.

Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού και φαίνεται πως το γνωρίζει καλά αυτό ο κ. Τσίπρας. Δεν έχει σημασία αν πίστευε ή όχι αυτά που έλεγε προεκλογικά (νομίζω πως τα πίστευε), αλλά η πραγματικότητα είναι πολλές φορές πολύ σκληρότερη και από οποιοδήποτε εφιαλτικό σενάριο δημιουργούμε και ετοιμαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε.

Για να πετύχαινε η πολιτική βούληση της σημερινής κυβέρνησης, πριν προσγειωθεί στη σκληρή πραγματικότητα, έπρεπε είτε να είχε σενάριο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, το οποίο θα αναλάμβανε να υλοποιήσει ο κ. Λαπαβίτσας με τον κ. Λαφαζάνη σε πρωταγωνιστικό ρόλο, είτε να συνέτρεχαν δύο εξωγενείς παράγοντες: η καθεύδουσα Ευρώπη να συμπαρίστατο στις τακτικές κινήσεις και να στήριζε τις στρατηγικές επιλογές του Έλληνα πρωθυπουργού, και οι ΗΠΑ να πίεζαν αφόρητα (μέχρι ρήξεως) το δίδυμο Μέρκελ-Σόιμπλε.

Στο ευρωπαϊκό θέατρο αποδείχθηκε πως τα πράγματα δεν ήταν έτοιμα, οι ΗΠΑ πίεσαν μεν αλλά όχι μέχρι του σημείου που να διακινδυνεύσουν μια ρήξη στις σχέσεις τους με τη Γερμανία. Ήδη οι αμερικανογερμανικές σχέσεις έχουν ψυχρανθεί με το Ουκρανικό ζήτημα, το οποίο για τη Γερμανία σηματοδοτεί την κατάρρευση της Ανατολικής της πολιτικής. Θα επιβαρύνονταν αφόρητα αν η Ουάσινγκτον επέμενε περισσότερο ασφυκτικά στο θέμα της ικανοποίησης των ελληνικών αιτημάτων.

Ωστόσο εκείνο που ενδιέφερε τις Ηνωμένες Πολιτείες, η παραμονή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, διασφαλίστηκε με –υποτίθεται– αμοιβαίες υποχωρήσεις, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς δεν μπορώ να αντιληφθώ καμιά ουσιαστική γερμανική υποχώρηση.

Έτσι, το Βερολίνο, κρατάει με τους όρους του τη «Γερμανική Ευρώπη», η Ελλάδα θα παραμείνει στο ευρώ με όλες τις δεσμεύσεις που υπαγορεύουν οι συνθήκες που υπεγράφησαν, και θα βιώσουμε για άλλη μια φορά την απόλυτη πολιτική υποκρισία όπου άλλα λέμε, άλλα εννοούμε και άλλα συμφωνούμε.

Η τακτοποίηση των σχέσεών της με την Ευρώπη αποτελεί προτεραιότητα για τις Ηνωμένες Πολιτείες στην κλιμάκωση της πολιτικής της για τον έλεγχο του ασιατικού κυρίως χώρου, όπου η Κίνα έχει προσανατολίσει το ενδιαφέρον της και ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει μεγάλες επενδύσεις οι οποίες θα της αποφέρουν τα κέρδη που επιδιώκει.

Η συνεργασία της με τη Ρωσία στο ασιατικό αυτό «παιχνίδι» θα την βοηθήσει στον ενεργειακό τομέα και θα της παράσχει τη δυνατότητα μιας γεωπολιτικής εξισορρόπησης που δεν θα την έχει αν συνεργαστεί με τις ΗΠΑ οι οποίες θεωρούν εαυτές ως τη μοναδική υπερδύναμη. Αντιθέτως, θα ήταν καλοδεχούμενη και από την Κίνα και από τη Ρωσία μια συνεργασία με την Ευρώπη (όταν λέμε Ευρώπη εννοούμε, πλέον, Γερμανία). Αυτό λοιπόν το τρίγωνο θα πρέπει να αποσυνθέσουν οι ΗΠΑ. Και αυτό κάνουν.

Σ’ αυτήν τη νέα αμερικανική πολιτική επαναπροσδιορίζεται και ο ρόλος του ΝΑΤΟ (τα εγκυρότερα αμερικανικά έντυπα μιλούν για έναν νέο ψυχρό πόλεμο και για πολιτική ανάσχεσης της Ρωσίας) και ο ρόλος χωρών με μικρή, μεσαία ή μεγαλύτερη σημασία.

Το ερώτημα, εν προκειμένω, είναι ποιος ο ρόλος που επιφυλάσσουν οι ΗΠΑ στην Ελλάδα και κατά πόσο το ρόλο αυτόν τον γνωρίζει η σημερινή κυβέρνηση η οποία αποδέχτηκε την αμερικανική υποστήριξη στην αντιπαράθεσή της με τη Γερμανία.

Στην ισχύουσα, μέχρι σήμερα, ισορροπία στην περιοχή, τα αμερικανικά συμφέροντα στη θάλασσα και τον εναέριο χώρο του Αιγαίου συνέκλιναν με της Τουρκίας επειδή οποιαδήποτε επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης ή η εφαρμογή των άλλων προνοιών των διεθνών συμφωνιών περιόριζαν τις αμερικανικές κινήσεις.

Είναι άγνωστο, ακόμη, πως βλέπουν σ’ αυτήν τη διαμορφούμενη νέα ισορροπία στην περιοχή το ρόλο των δύο χωρών οι ΗΠΑ.

Οι τουρκικές κινήσεις είναι ανησυχητικές. Ίσως η Άγκυρα επιχειρεί να προκαταλάβει καταστάσεις.

Για να επανέλθουμε στα καθ’ ημάς, ο κ. Τσίπρας επιχειρεί μια στροφή, και για να συγκρατήσει τις αντιδράσεις επικαλείται και στους εσωκομματικούς αντιδρώντες και στον Μίκη Θεοδωράκη την ανάγκη έξυπνων ελιγμών όταν βλέπουμε τοίχο μπροστά μας.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι αυτός ο τοίχος συνεχώς θα υπάρχει – άρα και οι ελιγμοί που θα αναγκάζεται να κάνει ο κ. Τσίπρας.

Για να είμαστε ρεαλιστές, η πραγματικότητα είναι μπροστά μας. Πολιτική υποστήριξη μπορεί να βρει ο κ. Τσίπρας, χρήματα όμως όχι εκτός Ευρώπης. Ή αποφασίζει και βγάζει τη χώρα εκτός ευρώ, οπότε οι τοίχοι γκρεμίζονται και δεν χρειάζονται ελιγμοί (αν ο τοίχος αντικατασταθεί από γκρεμό είναι άλλη υπόθεση), ή κάνει ελιγμούς για να διατηρήσει τη χώρα εντός ευρώ, οπότε ό,τι κερδίσουμε από τους ελιγμούς αυτούς, καταγράφεται στα θετικά και μπορεί να ανακουφίσει τη χώρα από το ανθρωπιστικό δράμα που διέρχεται – διότι υπάρχει και αυτό· όποιος δεν το βλέπει εθελοτυφλεί.

Ο σημαντικότερος παράγων που μπορεί να αμφισβητήσει τον κ. Τσίπρα είναι η ομάδα του κ. Λαφαζάνη, αλλά η ομάδα αυτή εμμένει σε κομμουνιστικές ιδεολογικές αναφορές και θέλει τη χώρα εκτός ευρώ. Δεν μπορεί να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας χωρίς να ρωτήσει το λαό, έστω και με ένα δημοψήφισμα.

Οι άλλες τάσεις είναι τόσο μικρές και τόσο ανομοιογενείς που είναι απορίας άξιον ακόμη και το πώς συνυπάρχουν σε έναν ενιαίο φορέα και, επιπλέον, πώς δεν έχουν αποχωρήσει από το κυβερνών κόμμα. Μαοϊκοί, τροτσκιστές, αντιεξουσιαστές, εθνοαποδομιστές, κεντρώοι, ευρωκομμουνιστές και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Ο κ. Τσίπρας θα επιδιώξει να καταλάβει, στο πολιτικό φάσμα, το χώρο που κατείχε το ΠΑΣΟΚ, με τα χαρακτηριστικά που προσέδωσε στο Κίνημα που δημιούργησε ο Ανδρέας Παπανδρέου, διδασκόμενος ωστόσο από τα λάθη του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ.

Όσο για το ΠΑΣΟΚ των κ.κ. Σημίτη, Γ. Παπανδρέου και Ευ. Βενιζέλου, ας αναζητήσει κάποια θέση στο κέντρο του πολιτικού φάσματος.

Για να αναδιαμορφώσουμε τον πολιτικό βίο της χώρας ας σεβαστούμε, πρώτα, το περιεχόμενο των λέξεων. Κι αυτό ισχύει για όλους. Και για τον κ. Τσίπρα. Την τρόικα είτε τρόικα την πεις είτε «θεσμούς», η δουλειά που κάνει είναι ίδια.