7 Φεβρουάριος 2015, 10:03 - Τελευταία Ενημέρωση: 14 Ιανουάριος 2016, 15:36

Η Πόντια ντίβα της όπερας Ζοζεφίνα Μπουμπουρίδου

  • Η Πόντια ντίβα της όπερας Ζοζεφίνα Μπουμπουρίδου
    Η Ζοζεφίνα Μπουμπουρίδου με τον μαέστρο Οδυσσέα Δημητριάδη (αριστερά) και τον πρωταγωνιστή του λυρικού θεάτρου Γιώργο Τσιλιπίδη (δεξιά)

Κρατάει ένα άλμπουμ στην τσάντα της. Είχε τρακ λίγο προτού ξετυλίξει την ιστορία της ζωής της, αν και δηλώνει απερίφραστα ότι στη σκηνή δεν είχε ποτέ τρακ. Στα 82 της σήμερα, η Ζοζεφίνα Μπουμπουρίδου ανακαλεί όλες τις λεπτομέρειες της πολυτάραχης ζωής της: από το Βατούμ όπου γεννήθηκε μέχρι την εξορία και τα κολχόζ του Καζακστάν, τη γνωριμία με τον άνδρα της, την επιστροφή στο Σοχούμ και από εκεί την ανοδική πορεία και τις… συναντήσεις με τους λυρικούς ρόλους, και ακόμα πιο μετά το ρόλο της ως δασκάλα στο Ωδείο Αλεξανδρούπολης.

Η σοπράνο Ζοζεφίνα, διάσημη στη Γεωργία, επίτιμη καλλιτέχνης Αμπχαζίας, είναι η Πόντια που –όπως λέει η κόρη της, Ελένη– έκανε οικογένεια στα 18, δεν τελείωσε το Λύκειο αλλά κατάφερε να πάρει διδακτορικό στη μουσική. «Μαζί με την οικογένεια απέκτησε και επαγγελματικό στάτους», επισημαίνει η κόρη της.

Όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν για τους Έλληνες στην Αμπχαζία, η οικογένεια Μπουμπουρίδου παίρνει το δρόμο για την Ελλάδα. Είναι η δεύτερη φορά που η Ζοζεφίνα ξεριζώνεται. Αντί όμως για την Αθήνα, όπου ήταν ο αρχικός προορισμός, θα μείνει στην Αλεξανδρούπολη. Μέσα σε λίγες ημέρες από την εγκατάστασή της θα την φωνάξουν να διδάξει στο ωδείο της πόλης. «Χάρη σε εμένα στήθηκε το τμήμα φωνητικής», λέει περήφανη.

Λίγο πριν φύγω θυμάμαι να την ρωτήσω αν μιλάει καθόλου ποντιακά. Αυθόρμητα λέει δυο-τρεις στίχους από «Τη Τρίχας το γεφύριν».

Αν και πιο πριν είχε μιλήσει για τις αγαπημένες της όπερες, αυτή είναι η μοναδική φορά που τραγουδάει.«Είμαι και κρύα», απολογείται, αλλά δεν έχει καμία σημασία. Η φωνή της –έστω
κι έτσι– παραμένει κρυστάλλινη.

Πού γεννηθήκατε;
Γεννήθηκα στο Βατούμ. Ο πατέρας του πατέρα μου, ο Τσιλιγκαρίδης, είχε έρθει από τη Σάντα. Της μητέρας μου ήταν από την Κρώμνη. Ο παππούς μου ήταν χτίστης. Το τούνελ του Σοχούμ το έφτιαξε ο παππούς μου ο Θόδωρος. Εγώ ήμουν μοναχοπαίδι, ο πατέρας μου πέθανε από πνευμονία όταν ήμουν τεσσάρων ετών.

Πότε φύγατε από το Βατούμ;
Το 1949 ήταν η γενική εξορία των Ποντίων από τη Γεωργία. Μας μετέφεραν στο Καζακστάν. Τότε ήμουν 16 ετών.

Τα θυμάστε όλα;
Βέβαια, πώς να μην τα θυμάμαι; Προτού μας ρίξουν στα κολχόζ με τα βαμβάκια, μας είχαν μεταφέρει σαν ζώα, σε βαγόνια που ήταν για ζώα. Υπήρχαν ψίθυροι προτού μας διώξουν και οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να προετοιμάζονται. Ήρθαν νύχτα και μας είπαν να μαζέψουμε τα πράγματά μας σε μπόγους, όχι σε βαλίτσες. Μόνο εμένα με τη μητέρα μου μας λυπήθηκαν και μας άφησαν να πάρουμε ένα μικρό σεντούκι. Η γιαγιά μου νόμιζε ότι τους Έλληνες θα τους στείλουν στην Ελλάδα. Με αυτό το σκεπτικό έφευγαν από τα σπίτια. Πίστευαν ότι θα τους πάνε στην Οδησσό και από εκεί με τα καράβια στην Ελλάδα. Αλλά όταν το τρένο γύρισε στο σημείο όπου έπαιρνε άλλο δρόμο, κατάλαβαν ότι δεν τους πηγαίνουν στην Ελλάδα.

Πώς ήταν η ζωή στο Καζακστάν;
Με δουλειά στα βαμβάκια. Η μητέρα μου ήταν πιανίστα, εγώ σπούδαζα πιάνο, τα αδέρφια της ήταν γιατροί – ένας οδοντίατρος και ένας χειρουργός. Έγραψαν όμως και μας μετέφεραν. Μας έβαλε στη δική του οικογένεια ο θείος ο χειρουργός.

Με τον σύζυγό σας, τον Πολυχρόνη, πώς γνωριστήκατε;
Η γιαγιά μου και η πεθερά μου γνωρίζονταν από τη Σάντα. Ο άντρας μου ήταν από το Σοχούμ. Με είχε δει στην Κουταΐδα, όταν ήμουν για διακοπές στη γιαγιά μου, κι έπειτα ήρθε και με βρήκε και πήρε την άδεια να μου γράφει. Ένα χρόνο αλληλογραφούσαμε προτού παντρευτούμε στα 18 μου. Ο Πολυχρόνης ήταν γιατρός, νευρολόγος, και δούλευε στο νοσοκομείο.


Η Ζοζεφίνα και ο Πολυχρόνης νιόπαντροι

Εσείς ήδη σπουδάζατε μουσική όταν παντρευτήκατε.
Ναι. Είχα ξεκινήσει πιάνο από τα έξι και τραγουδούσα από μικρή. Πριν από την εξορία, το σπίτι μας στο Βατούμ ήταν κοντά στο ποτάμι. Τα απέναντι σπίτια ήξεραν όλο το ρεπερτόριό μου. «Κουδουνάκι» ήταν η φωνή μου, μου ζητούσαν ακόμα και τραγούδια. Αλλά πρόλαβα να τελειώσω μόλις μία χρονιά στο ωδείο προτού εξοριστούμε. Ο σύζυγός μου όμως έστελνε γράμματα στη Μόσχα λέγοντας ότι δεν είχαν δικαίωμα να μας εξορίσουν αφού είχαμε ρωσικά διαβατήρια. Κάποια στιγμή μας είπαν ότι αν έμπαινα κάπου να σπουδάσω, δικαιούμουν φοιτητική άδεια. Έτσι επιστρέψαμε στο Σοχούμ από όπου ήταν ο σύζυγός μου. Στα 22 μου είχα ήδη δύο παιδιά.

Και έτσι πήγατε στο ωδείο πάλι.
Όταν πήγα να γραφτώ είχαν τελειώσει οι εξετάσεις κι έτσι ζήτησα από τον διευθυντή του ωδείου να κάνει εξετάσεις ειδικά για εμένα. Τους τραγούδησα γιατί δεν τολμούσα να παίξω πιάνο. Είχα να παίξω τέσσερα χρόνια. Με δέχτηκαν και ξεκίνησα μαθήματα φωνητικής. Μέσα σε τέσσερα χρόνια τελείωσα το ωδείο, την Ανωτέρα, με άριστα. Όσο καιρό ήμουν φοιτήτρια, αν και δεν είχα πτυχίο Ανωτάτης, ο διευθυντής με έβαλε να διδάξω επειδή έβλεπε ότι είχα πόθο, θέληση.

Και μετά;
Πήγα σε μια ακρόαση για ανώτατες σπουδές στη Μόσχα, στη Μουσική Ακαδημία του Γνιέσιν, όπως λέγεται σήμερα. Πέτυχα στις εξετάσεις, αλλά επειδή δεν μπορούσα να μένω στη Μόσχα έκανα κάτι σαν εξ αποστάσεως φοίτηση. Πήγαινα, έπαιρνα το πρόγραμμα, γυρνούσα στο Σοχούμ στην οικογένειά μου, μελετούσα, και δύο φορές το χρόνο, στο τέλος των εξαμήνων, πήγαινα να δώσω εξετάσεις. Είχα διαλέξει τρεις κατευθύνσεις: σολίστ όπερας, τραγουδίστρια συναυλιών και παιδαγωγός.

Ο σύζυγος δεν είχε πρόβλημα;
Α, γι’ αυτό είμαι ευγνώμων. Στην αρχή, όταν μου έδωσαν την άδεια [σ.σ. των μαθημάτων] και ήμουν ελεύθερη, ο πεθερός μου είπε «φτάνει τώρα». Ο Πολυχρόνης όμως είπε στον πατέρα του «τι να κάνει μέσα στο σπίτι;». Η αδερφή του άνδρα μου ζούσε μαζί μας και μας βοηθούσε με τα παιδιά. Έτσι τον έπεισε να πηγαίνω για δυο-τρεις ώρες στο ωδείο. «Αν ήξερα ότι θα προοδεύσεις...», μου είχε πει πολύ αργότερα. Διότι όταν τελείωσα το μάστερ, μου έδωσαν συστατική επιστολή για να κάνω διδακτορικό άλλα τρία χρόνια.

Εκεί ο άνδρας μου είχε αντιρρήσεις αλλά δεν του είπα ότι έγινα δεκτή. Το 1968 ήταν η χρονιά που η κόρη μου μπήκε στην Ιατρική της Μόσχας. Σκέφτηκα ότι θα πηγαίνω για το παιδί, θα δίνω και εγώ εξετάσεις. Τον πρώτο χρόνο δεν το ήξερε. Ήμουν 36 ετών. Ήμουν όμως δεμένη με το σπίτι μου, με την οικογένειά μου. Είχα υποχρεώσεις. Βέβαια έκανα νωρίς τα παιδιά μου και είχα χρόνο να ασχολούμαι με τη δουλειά μου ως σολίστ.

Όλο αυτό τον καιρό εμφανιζόσασταν και σε παραστάσεις όπερας;
Βέβαια. Στην πόλη μας δεν είχαμε θέατρο όπερας. Αλλά το ωδείο και η συμφωνική ενώνονταν και έκαναν παραστάσεις. Η αγαπημένη μου όπερα ήταν, και θα είναι, ο Ευγένιος Ονιέγκιν του Τσαϊκόφσκι. Είχα τον κεντρικό ρόλο της Τατιάνας. Το δεύτερο αγαπημένο μου έργο είναι ένα γεωργιανό που λέγεται Νταΐσι. Κι εκεί ήμουν πρωταγωνίστρια. Και πού δεν με είχαν καλέσει! Σε διάφορες όπερες. Ο Πολυχρόνης ήταν πάντα παρών στις συναυλίες μου. Δεν έχασε ούτε μία.

Ποιο ήταν εκείνο το χαρακτηριστικό που σας έκανε να ξεχωρίζετε;
Ήμουν σοπράνο. Το πρώτο που με χαρακτήριζε ήταν η χροιά της φωνής και το δεύτερο το πνεύμα. Αυτά είναι τα δύο πιο σημαντικά στοιχεία. Να έχεις μυαλό, να έχεις ψυχή και συναίσθημα για να αγγίζεις τον ακροατή. Και φυσικά η χροιά της φωνής. Αλλά πάντα είχα μέσα μου την ηθοποιία.


Δημητριάδης, Μπουμπουρίδου, Τσιλιπίδης σε έργα του Θεοδωράκη (27 Μαρτίου 1970)

Στη Μόσχα εμφανιστήκατε;
Ναι, με την ορχήστρα, πολλές φορές. Για τα 200 χρόνια του Μπετόβεν, στη συναυλία με τη Φιλαρμονική της Μόσχας, διάλεξαν εμένα ανάμεσα στους φοιτητές. Είπα μια άρια που κρατάει 12 λεπτά, μεγάλη και δύσκολη. Θέλει δυναμική πολλή, από το πιάνο μέχρι τρία φόρτε και!… Έκταση μεγάλη. Εκείνη την παράσταση την είχε παρακολουθήσει και ο Οδυσσέας Δημητριάδης με τη γυναίκα του. Ο Δημητριάδης με διάλεγε πάντα για τις παραστάσεις που ανέβαζε. Όμως έχω εμφανιστεί και στο Σότσι, στην Τιφλίδα, στην Αγία Πετρούπολη. Σταθερά ήμουν με τη φιλαρμονική της πόλης μου και δίναμε παραστάσεις σε όλη την Αμπχαζία. Στη Πιτσούντα, σε ένα κτήριο του 11ου αιώνα, είχα δύο κοντσέρτα το μήνα, σόλο, με εκκλησιαστικό όργανο.


Η οικογένεια Μπουμπουρίδη στο Σοχούμ (αρχές δεκαετίας 1970)

Πώς πήρατε την απόφαση να έρθετε στην Ελλάδα; Εννοώ, να ξεριζωθείτε για μία ακόμα φορά, να αφήσετε σπίτι και καριέρα, κι εσείς και ο γιατρός σύζυγός σας.
Ήταν πλέον επικίνδυνο να μείνουμε. Ο Πολυχρόνης ήταν πολύ σεβαστός και δεν τον χώνευαν. Μέσα στη δουλειά του τού έλεγαν κατάμουτρα: «Εσύ είσαι Έλληνας, γιατί μένεις εδώ;». Αυτά όταν ξεκίνησαν οι τριβές Αμπχαζίων-Γεωργιανών. Και οι Έλληνες μαζί με τους άλλους (Ρώσους, Αρμένιους, Εσθονούς) βρέθηκαν στη μέση. Και όλοι ρωτούσαν «Με ποιον θα πάτε; Ποιον στηρίζετε;». Έτσι αποφασίσαμε να φύγουμε. Πουλήσαμε σχεδόν τσάμπα ένα διώροφο σπίτι 140 τετραγωνικών. Αλλά ήταν θέμα επιβίωσης. Είχαν αρχίσει και έμπαιναν τανκς εκεί που μέναμε. Ευτυχώς που η γιαγιά μου ήταν γραμμένη στην ελληνική πρεσβεία στη Μόσχα και έτσι πήραμε διαβατήρια.

Έρχεστε όμως με προορισμό την Αθήνα…
Ναι. Περνώντας όμως από την Αλεξανδρούπολη, τρία αυτοκίνητα με ρυμούλκες, οι συγγενείς μας προέτρεψαν να μην κατέβουμε «στη ζούγκλα στην Αθήνα», όπως μας έλεγαν. Έτσι μείναμε στην Αλεξανδρούπολη.

Από το Ωδείο Αλεξανδρούπολης δεν κατάλαβα πώς σας βρήκαν.
Ούτε εγώ. Μικρή πόλη, μαθεύτηκε. Είχα μόλις μία εβδομάδα στην Ελλάδα και με καλεί ο δήμαρχος, ο Σουλακάκης. Κοντά στο δημαρχείο ήταν το ωδείο. Με πήρε από το χέρι και μου είπε: «Πάμε να δεις!». Βέβαια εκείνο το ωδείο σε σχέση με το δικό μας… Τι να σας πω! [γέλια]. Κάτι ήταν όμως. Τώρα φτιάχνουν ένα καινούριο, εξαώροφο. Σε λίγους μήνες θα είναι έτοιμο. Το ονειρευόμουν χρόνια, δυστυχώς όμως δεν θα αξιωθώ να διδάξω στο καινούριο ωδείο.


Η Ζοζεφίνα Μπουμπουρίδου υπό τη διεύθυνση του Οδυσσέα Δημητριάδη

Τι διδάσκατε στο Ωδείο Αλεξανδρούπολης;
Φωνητική. Αλλά στην αρχή με ρώτησαν πώς τα πάω και με το πιάνο. «Κάτι ξέρω», τους είπα [γέλια]. Με τους αρχάριους μπορούσα, αλλά τους πιο προχωρημένους όχι, δεν ήθελα να πάρω την ευθύνη. Έτσι μου έδωσαν μια τάξη με καμιά εικοσαριά άτομα. Τάξη φωνητικής δεν είχαν. Ήρθαν όμως 4-5 κορίτσια του πιάνου για φωνητική, χωρίς να ξέρουν τι και πώς! Σκέφτηκα τότε ότι πρέπει να κάνω κάτι για να δείξω τη δουλειά μας, να καταλάβει ο κόσμος. Έτσι, την πρώτη χρονιά που ήρθαν, μαζί τους έκανα μια συναυλία με διάφορα αποσπάσματα από όπερες και με κοστούμια. Όλοι ενθουσιάστηκαν. Την άλλη χρονιά, περίσσεψαν οι μαθητές.

Συνεπώς χάρη σ’ εσάς το ωδείο απέκτησε τμήμα φωνητικής.
Ναι. Και κάθε χρόνο η τάξη της φωνητικής έκανε μία συναυλία. Και μετά, σε όσες συναυλίες έκανε το ωδείο, συμμετείχαμε πάντα με τους καλύτερους.


Στιγμιότυπο από μια αποχαιρετιστήρια συναυλία της τάξης της Ζοζεφίνας Μπουμπουρίδου 

Πόσα χρόνια ήσασταν στο Ωδείο Αλεξανδρούπολης;
Δεκαεπτά. Και σιγά-σιγά σταμάτησα να διδάσκω πιάνο. Μόνο φωνητική. Αλλά και μόνη μου, ως σολίστ, έδωσα συναυλίες. Το μόνο που δεν πρόλαβα να κάνω, είναι να δώσω μια συναυλία με κομμάτια που αγαπούσε ο άνδρας μου. Του άρεσε το παλιό ρώσικο ρομάντζο. Είχα ξεκινήσει πρόβες αλλά πέθανε προτού δώσω το ρεσιτάλ. Γι’ αυτό και το έκανα αντί μνημόσυνου στη μνήμη του, σε ένα μπαράκι στην Αθήνα.

Υπάρχουν μαθήτριές σας που έχουν κάνει καριέρα;
Στην Αμπχαζία άφησα ενθύμιο μεγάλο. Δύο μαθήτριες μου είναι πρωταγωνίστριες στην Όπερα της Μόσχας. Η μία είναι αυτή που έκλεισε την Ολυμπιάδα του Σότσι, απάνω στο καράβι με άσπρο φόρεμα. Η Χίμπλα Γκερσμάβα. Είναι υψίφωνος και διάσημη σε όλο τον κόσμο. Μέσα στην πεντάδα των καλύτερων. Δίπλωμα από εμένα πήρε.

Σήμερα παρακολουθείτε τα του λυρικού τραγουδιού;
Προσπαθώ. Περιμένουμε να ανοίξει και η Λυρική στο Φάληρο. Το δικαιούνται οι Έλληνες και τα παιδιά της Ελλάδας που είναι πάρα πολύ ταλαντούχα, πολύ έξυπνα, που άμα θέλουν μπορούν να κάνουν οτιδήποτε. 

  • Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν τη συνέντευξη είναι από το προσωπικό αρχείο της Ζοζεφίνας Μπουμπουρίδου καθώς και από το βιβλίο του Πολυχρόνη Μπουμπουρίδη Ιστορία της «Μικρής Ελλάδας» στη χώρα του Σουχούμι, ψυχή της Αμπχαζίας.