Νίκος Παναγιωτίδης
4 Ιανουάριος 2015, 09:00

Η ενέργεια ως εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής

Η οικονομική ισχύς ενός κράτους αποτελεί το θεμέλιο της στρατιωτικής του ισχύος, όπως προσφυώς επεσήμανε ο John M. Mearsheimer, καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου.

Οι οικονομικοί συντελεστές ενός κράτους μεγεθύνονται στις περιπτώσεις εκείνες που το κράτος διαθέτει ενεργειακούς πόρους. Αυτή η πραγματικότητα ισχύει τόσο για μεγάλες δυνάμεις όπως π.χ. η Ρωσική Ομοσπονδία, αλλά και για μικρά κράτη όπως π.χ. η Κύπρος. Όλοι θυμούνται τις επιπτώσεις που είχε για την ευρωπαϊκή οικονομία το αραβικό εμπάργκο του 1973 μετά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, όταν μερικά αδύναμα έθνη, κατά τον Χένρι Κίσινγκερ, έθεσαν σε αμφισβήτηση τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά εθνικά συμφέροντα.

Με άλλα λόγια, η κατοχή μεγάλων ποσοτήτων υδρογονανθράκων επιδρά ως πολλαπλασιαστής ισχύος αφού δύναται να επιφέρει μεγάλα οικονομικά έσοδα στο κράτος που είναι προικισμένο με αυτά, αλλά και να αυξήσει τη διαπραγματευτική του ισχύ.

Το προαναφερθέν καθίσταται ακόμα πιο σαφές από τις ανακατατάξεις που επήλθαν ένεκα της απόφασης της Ρωσίας να ακυρώσει το σχέδιό της για τη δημιουργία του αγωγού South Stream, ο οποίος θα ολοκληρωνόταν εντός του 2015 και θα μετέφερε από το 2019 ρωσικό φυσικό αέριο διά μέσου της Μαύρης Θάλασσας προς την Τουρκία και από εκεί προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Οι λόγοι πίσω από την απόφαση της Μόσχας δεν είναι απόλυτα σαφείς, καθώς δημοσιεύματα του ξένου Τύπου κάνουν λόγο για εκδικητική στάση της Μόσχας για τις κυρώσεις της Δύσης, ενώ άλλα υπογραμμίζουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διά μέσου της βουλγαρικής κυβέρνησης όντως έθετε διάφορα προσκόμματα στη Ρωσία. Φυσικά, μπορεί να ισχύουν και τα δύο.

Αυτό που είναι σαφές, όμως, είναι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προβεί σε διαφοροποίηση των πηγών τροφοδοσίας της και να απεξαρτηθεί από το ρωσικό φυσικό αέριο. Ο διαδριατικός αγωγός (TAP), o οποίος από το 2019 αναμένεται να μεταφέρει αζερικό φυσικό αέριο μέσω της ελληνικής επικράτειας προς άλλες χώρες, είναι μικρής χωρητικότητας. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστούν και άλλες λύσεις.

Μία από αυτές είναι ο υπό συζήτηση αγωγός East Med, μεταφορικής ικανότητας 8-10 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων. Θα μεταφέρει φυσικό αέριο από το Ισραήλ και την Κύπρο προς την Κρήτη, κι από εκεί θα συνεχίζει στην ηπειρωτική Ελλάδα, απ’ όπου θα διακλαδώνεται με άλλους αγωγούς μεταφέροντας το αέριο προς την Ευρώπη.

Οι τρέχουσες εξελίξεις χαλυβδώνουν την ενεργειακή συνεργασία του Ισραήλ με την Κύπρο και την Ελλάδα. Πάγια αρχή της εξωτερικής πολιτικής του Ισραήλ είναι η αναζήτηση «ζωτικού χώρου» προς την ευρωπαϊκή ήπειρο. Με άλλα λόγια, η αλληλεπίδραση της γεωγραφίας με την πολιτική (γεωπολιτική) αναγκάζει το Τελ Αβίβ να διάκειται ευνοϊκά στην όποια συνεργασία με την Αθήνα και τη Λευκωσία.

Οι τεταμένες διπλωματικές σχέσεις με την Τουρκία, βασικό σύμμαχο του Ισραήλ την δεκαετία του 1990, υποβοηθούν τη δημιουργία μιας τριμερούς συμμαχίας στην περιοχή. Δεν ισχυριζόμαστε ότι όλα είναι ρόδινα και ότι θα εξελιχθούν όπως θα θέλαμε. Παρά τη θετική στάση του Ισραήλ για τον αγωγό East Med, έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις από Ισραηλινούς αξιωματούχους για το κόστος αυτού του αγωγού λόγω του μεγάλου βάθους που πρέπει να τοποθετηθεί. Ωστόσο, είναι στο χέρι μας να προωθήσουμε αυτή τη συνεργασία προς όφελος των ελληνοκυπριακών και των ελλαδικών συμφερόντων ευρύτερα. Ήδη υπάρχουν ελπιδοφόρα μηνύματα για μεταφορά και πώληση κυπριακού φυσικού αερίου από το τεμάχιο «Αφροδίτη» προς την αιγυπτιακή αγορά.