18 Δεκέμβριος 2014, 15:39 - Τελευταία Ενημέρωση: 18 Δεκέμβριος 2014, 15:40

Πώς ξανάσμιξαν στον Πόντο θεία και ανιψιός μετά από 60 χρόνια!

  • Πώς ξανάσμιξαν στον Πόντο θεία και ανιψιός μετά από 60 χρόνια!
    Τσαρσαμπά, το χωριό της Παρθένας Ζουρνατζίδου απ' όπου το 1920 οι Τούρκοι έστειλαν 700 Έλληνες στην εξορία

Τάσος Κ. Κοντογιαννίδης

Το 1979 στο ποντιακό χωριό Κομνηνά Ξάνθης συνέβη στην οικογένεια Ζουρνατζίδη ένα συγκλονιστικό γεγονός, που δεν θα το πίστευαν ούτε στο πιο ακραίο όνειρό τους! Θεωρούσαν ένα μέλος της οικογένειάς τους, την Παρθένα Ζουρνατζίδου, νεκρή για εξήντα ολόκληρα χρόνια, ώσπου εντελώς τυχαία ανακάλυψαν ότι ζει σε ένα χωριό του Πόντου. Τότε ένας ανιψιός της, ο Σταύρος Ζουρνατζίδης, «εκστράτευσε» στον Πόντο, την βρήκε και την έφερε στην Ελλάδα, για να εκτυλιχθούν στο χωριό Κομνηνά της Ξάνθης συγκινητικές στιγμές όταν πληροφορούσε τους κατοίκους κι πληροφορούνταν και η ίδια για την τύχη συγγενών και φίλων κατά τη μαύρη περίοδο 1919-1922.

Ο Σταύρος Ζουρνατζίδης ήταν συγχωριανός μου στα Κομνηνά. Έζησα μαζί του όλη την αγωνία μέχρι να βρει τη θεία του και να την φέρει στο χωριό. Και τότε είχα γράψει μια ολόκληρη σελίδα στην εφημερίδα Ακρόπολη για το συγκινητικό αυτό θέμα.

Η Παρθένα Ζουρνατζίδου (στη φωτογραφία με την εγγονή της, τη δεκαετία του 1970) κατοικούσε στην Τσαρσαμπά, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Σαμψούντα, και ήταν το 1920 μια όμορφη κοπέλα 20 ετών. Λίγο πιο πέρα από το σπίτι της έμενε ο ανιψιός της Σταύρος Ζουρνατζίδης, 12 ετών τότε, γιος του αδελφού της. Το 1920 η Τσαρσαμπά, όπως και όλες οι πόλεις του Πόντου, γνώρισαν μεγάλους διωγμούς, εξορίες και σκοτωμούς. Κατά το φθινόπωρο τμηματικά άρχισαν να στέλνουν στην εξορία το ελληνικό στοιχείο… Ο Σταύρος Ζουρνατζίδης θυμάται και αφηγείται (εν έτει 1979, ακριβώς πριν από 35 χρόνια):

«Ένα πρωί μάζεψαν μια μεγάλη ομάδα 700 ατόμων, Έλληνες, και τους είπαν ότι θα πάνε σε άλλη περιοχή. Στην ομάδα αυτή ήταν και η θεία μου η Παρθένα, καθώς και οι μισοί συγγενείς μας. Μετά από λίγο καιρό μάθαμε ότι από την ομάδα αυτή δεν επέζησε κανένας συγγενής μας. Άλλοι πέθαναν από το κρύο μέσα στα χιόνια, άλλοι από την πείνα και την κακουχία, κι άλλους τους σκότωσαν. Έτσι μείναμε με την εντύπωση ότι και η θεία μου χάθηκε. Δυο χρόνια μετά, αφού υποστήκαμε τα πάνδεινα, φύγαμε στην Ελλάδα και εγκατασταθήκαμε στο χωριό Κομνηνά της Ξάνθης».

Ας δούμε όμως τι αφηγείται (το 1979) η Παρθένα από τη στιγμή που την πήραν στην εξορία.

«Στην εξορία τραβήξαμε πολλά. Στην πορεία οι ηλικιωμένοι έπεφταν από την εξάντληση και τους εγκατέλειπαν, όπως και τα μικρά παιδιά που έπεφταν λιπόθυμα από την πείνα και την εξάντληση. Έμεναν άταφοι και τους έτρωγαν τα αγρίμια. Όσο περνούσε ο καιρός όλο και λιγοστεύαμε. Μια μέρα με πλησίασε ένας Τούρκος αποσπασματάρχης και μου είπε “Θέλω να σε παντρευτώ. Αν αρνηθείς θα σ’ εκτελέσω μαζί με τους συγγενείς σου”. Αρνήθηκα στην αρχή, αλλά από τις πολλές απειλές κάμφθηκα και τον παντρεύτηκα. Μετά από λίγο καιρό μ’ έκανε κι αλλαξοπίστησα.

»Μου έδωσαν το όνομα Αϊσέ. Μετά από μήνες, ο άνδρας μου πήρε μετάθεση στα Κοτύωρα (Ορντού) και αναγκαστικά τον ακολούθησα. Το ασκέρι με τους εξορίστους, όσους είχαν απομείνει, δεν γνωρίζω τι τύχη είχε. Ο άνδρας μου μου φερόταν καλά και φρόντιζε να με κάνει ευτυχισμένη. Μάλιστα αποκτήσαμε κι ένα κοριτσάκι. Το 1936, αν θυμάμαι καλά, πέθανε ο άνδρας μου και μετά από λίγα χρόνια πάντρεψα την κόρη μου. Τότε είχα όλη την ευκαιρία να ψάξω για συγγενείς και πατριώτες. Δεν γνώριζα αν υπάρχουν, και αν υπάρχουν πού βρίσκονται...

»Ξεκίνησα να πάω στη Σαμψούντα να ψάξω, να ρωτήσω, μήπως και είμαι τυχερή. Και πάντα με το φόβο μην ανακαλύψουν τι ψάχνω... Σοφίστηκα ένα τέχνασμα και σε κάποιον είπα ψέματα, ότι αν ξέρει κανέναν Έλληνα στην πόλη να μου τον συστήσει για να με πληροφορήσει το μέρος που είχε κρύψει λίρες ο πατέρας μου και θα έπαιρνε κι αυτός το μερτικό του.

»Το κόλπο έπιασε. Κάποιος με πληροφόρησε για τον Μαχίρ ο οποίος τούρκεψε σε ηλικία 8 ετών! Οι γονείς του είχαν σκοτωθεί και κάποια φιλική γειτονική τουρκική οικογένεια τον υιοθέτησε. Ο Μαχίρ διατηρούσε ένα μεγάλο καφενείο στη Σαμψούντα καθώς και άλλα καταστήματα. Ήταν πανέξυπνος, πλούτισε, παντρεύτηκε μάλιστα και μια Τουρκάλα. Γρήγορα βρήκα τον Μαχίρ, τον ρώτησα και μου είπε ότι κατά καιρούς περνούν μερικοί δικοί μας από το μαγαζί του. Τότε τον παρακάλεσα να δίνει σε όποιον βλέπει τη διεύθυνση και το τηλέφωνό μου για να έχω μια επαφή...».

«Τ’ εμετέρ’ ντο ένταν;», «Εφέκαν τ’ οστούδε τουν σα ρασσία...»

Εδώ σταματούν οι προσπάθειες της Παρθένας ή Αϊσέ. Οι ελπίδες της να βρει συγγενή της ήταν μηδαμινές. Ωστόσο ήλπιζε... Τη σκυτάλη της αφήγησης πήρε κατόπιν ο Σταύρος:

«Πριν από μερικά χρόνια, κάποιος Τσακίρης από ένα χωριό της Δράμας πήγε εκδρομή στον Πόντο για να δει τα μέρη όπου γεννήθηκε και να επισκεφτεί και το πατρικό του σπίτι. Συμπτωματικά μπήκε στο καφενείο του Μαχίρ και παρήγγειλε καφέ για να πιει. Ενώ έπινε τον καφέ του, ο Μαχίρ τον ρωτά από πού είναι. Από την Ελλάδα, απαντά ο Τσακίρης. Τότε του αποκάλυψε πως πριν από μερικά χρόνια πέρασε μια Ελληνοτουρκάλα που αναζητούσε χαμένους συγγενείς της και έδωσε στον Τσακίρη τη διεύθυνσή της. Ήταν η θεία μου! Ο Μαχίρ μετά από λίγες μέρες πέθανε, το μήνυμα όμως της θείας μου δόθηκε σε ελληνικά χέρια.

»Πριν από αρκετούς μήνες, ενώ ο Τσακίρης αφηγείτο σε καφενείο του χωριού του τις εντυπώσεις του από το ταξίδι εκείνο, ανέφερε και το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση μιας Ελληνοτουρκάλας. Στο καφενείο μέσα παρακολουθούσε τη συζήτηση και ένας συγχωριανός μου. Μόλις άκουσε το όνομα, τινάχτηκε όρθιος! “Είναι συγγένισσά μας!” είπε. Αμέσως με ειδοποίησε, πήγα στο χωριό της Δράμας, πήρα τη διεύθυνση, αλληλογράφησα με τη θεία μου και βεβαιώθηκα ότι ήταν αυτή! Τίποτα πλέον δεν με κρατούσε. Έβγαλα διαβατήριο και πήγα στην Τουρκία...


Ο μακαρίτης σήμερα Σταύρος Ζουρνατζίδης (δεξιά) από το χωριό Κομνηνά Ξάνθης, με τον φίλο του Ανέστη Παπαδόπουλο από το χωριό Ταξιάρχες Δράμας

»[...] Ήταν η ώρα 7 το πρωί όταν ο ταξιτζής μ’ άφησε έξω από την πόρτα του σπιτιού της. Τα γόνατά μου έτρεμαν, η καρδιά μου από τους δυνατούς χτύπους πήγαινε να σπάσει... Πήρα βαθιές ανάσες κι ανέβηκα τις λίγες σκάλες. Χτύπησα την τζαμόπορτα και περίμενα... Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και βγαίνει μια ηλικιωμένη γυναίκα. Υπέθεσα ότι πρέπει να είναι αυτή. Είπα το όνομά μου, Σταύρος! “Ισταυρί;” έκανε εκείνη κι πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και κλαίγαμε επί δύο ώρες περίπου χωρίς να πούμε λέξη... Κοιταγόμασταν στα μάτια, αγκαλιαζόμασταν, κλαίγαμε, χωρίς να μπορούμε να βγάλουμε από το στόμα μας λέξη...

»Έμεινα αρκετές μέρες στην Ορντού. Της διηγήθηκα και μου διηγήθηκε τα παλιά και κλαίγαμε... Γρήγορα φρόντισε ο γαμπρός της, ένα εξαίρετο παιδί, της έβγαλε διαβατήριο και την έφερα στην Ελλάδα για λίγο καιρό...».

Η συνέχεια της συγκίνησης μεταφέρθηκε στα Κομνηνά Ξάνθης. Όλοι οι μεγάλοι σε ηλικία κάτοικοι του χωριού, κυρίως του Φελέκ Μαχαλά, που κατάγονταν όλοι από την ίδια περιοχή, συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Σταύρου και ρωτούσαν τη γεμάτη χαρά Παρθένα «Τ’ εμετέρ’ ντο ένταν;» (οι δικοί μας τι έγιναν;). Και για όσους ήξερε έδινε την απάντηση: «Εφέκαν τ’ οστούδε τουν σα ρασσία...» (άφησαν τα κόκαλά τους στα βουνά…).

Η Παρθένα Ζουρνατζίδου έμεινε περίπου έναν μήνα στα Κομνηνά και κατόπιν επέστρεψε στην Τουρκία, αφού εκπλήρωσε μια μοναδική και απίστευτη επιθυμία της, να δει χαμένους συγγενείς της. «Ήταν από το Θεό», έλεγε.

Φεύγοντας από την Ελλάδα η Παρθένα Ζουρνατζίδου, ή Αϊσέ, είχε πει στον ανιψιό της Σταύρο («Σταυρίκα» για τους χωριανούς του), την εξής φράση: «Ελπίζω να σε ξαναδώ με τα μάτια αυτού του κόσμου και όχι του αλλουνού...».

Η Παρθένα και ο Σταυρίκας δεν αξιώθηκαν έκτοτε να ξανασμίξουν, να βρεθούν και να μιλήσουν. Βλέπονται τώρα όχι με τα μάτια αυτού του κόσμου, αλλά του αλλουνού!...