15 Δεκέμβριος 2014, 14:14 - Τελευταία Ενημέρωση: 15 Δεκέμβριος 2014, 14:19

Απάτες και πλαστογραφίες για παράνομη χορήγηση προνοιακών επιδομάτων

  • Απάτες και πλαστογραφίες για παράνομη χορήγηση προνοιακών επιδομάτων

Στον 33ο τακτικό ανακριτή παραπέμφθηκαν από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, με τη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος τους, τέσσερις γυναίκες και τρεις άνδρες που κατηγορούνται για σειρά αδικημάτων κακουργηματικού χαρακτήρα.

Οι 7 συλληφθέντες είχαν συστήσει εγκληματική οργάνωση που εμπλέκεται σε απάτες και πλαστογραφίες σε βάρος του ΙΚΑ, μέσω της παραποίησης πιστοποιητικών αναπηρίας για τη χορήγηση επιδομάτων πρόνοιας.  

Σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, ηγετικό ρόλο στην οργάνωση είχε μια 50χρονη, ενώ ρόλους-κλειδιά είχαν ένας 53χρονος υπάλληλος του ΙΚΑ, καθώς και ένας 66χρονος καρδιολόγος, ο οποίος, επίσης, συμπεριλαμβάνεται στη δικογραφία.

Από την έρευνα της αστυνομίας προέκυψε ότι οι φερόμενοι ως «πελάτες» προσέφευγαν στους «μεσάζοντες» της οργάνωσης (τρεις γυναίκες ηλικίας 52, 69 και 77 ετών και δύο άντρες, 59 και 84 ετών), προκειμένου να λάβουν επιδόματα πρόνοιας, χωρίς να πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις. Στη συνέχεια, οι «μεσάζοντες» με τη σειρά τους επικοινωνούσαν με την 50χρονη «αρχηγό» την οποία ενημέρωναν για τις λεπτομέρειες και τις «απαιτήσεις» των «πελατών».

Η 50χρονη, με ιδιαίτερα τεχνάσματα και πρακτικές, πλαστογραφώντας έγγραφα που της παρέδιδε ο 53χρονος υπάλληλος του ΙΚΑ, κατήρτιζε πλαστές αποφάσεις υγειονομικών επιτροπών του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας, τις οποίες μετά κατέθετε σε διάφορους δήμους και ασφαλιστικούς οργανισμούς, επιτυγχάνοντας τη χορήγηση ανάλογων επιδομάτων πρόνοιας για τους «πελάτες».

Από 1.200 έως 2.000 ευρώ η ταρίφα

Από τη μέχρι στιγμής έρευνα έχουν ταυτοποιηθεί 253 φυσικά πρόσωπα, τα οποία έλαβαν προνοιακά επιδόματα χωρίς να πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις. Η εγκληματική οργάνωση χρέωνε τους «πελάτες» της από 1.200 έως 2.000 ευρώ, ενώ από την παράνομη δράση τους εκτιμάται ότι η ζημία σε βάρος του Δημοσίου υπερβαίνει τις 700.000 ευρώ.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ασφαλισμένης του Δημοσίου, η οποία, ήδη, είχε αναπηρικό ποσοστό 67%, αλλά απευθύνθηκε στα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης για να το αυξήσει σε 80%, έτσι ώστε να τύχει όλων των ευεργετημάτων που προβλέπονται από τον νόμο.