Περικλής Νεάρχου
25 Νοέμβριος 2014, 09:00

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ελλάδα και την Κύπρο είναι η ακολουθούμενη κατευναστική πολιτική

Γιατί έπρεπε να συγκληθεί το λεγόμενο Συμβούλιο Στρατηγικής Συνεργασίας Ελλάδος-Κύπρου ενώ το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Barbaros» και τα τουρκικά πολεμικά σκάφη που το συνοδεύουν αλωνίζουν στην ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου; Γιατί έπρεπε να έρθει στην Αθήνα ο Τούρκος πρωθυπουργός δύο μέρες πριν από την Ευρωπαϊκή Σύνοδο του Δεκεμβρίου; Πώς θα θέσουν Ελλάδα και Κύπρος θέμα κυρώσεων κατά της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Σύνοδο, όταν διαδηλώνεται, με τη συνεδρίαση στην Αθήνα, η συνέχιση της «στρατηγικής συνεργασίας» μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, παρά την τουρκική εισβολή στην κυπριακή ΑΟΖ; Ποιο μήνυμα παίρνουν, με την πολιτική αυτή, χώρες όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος, με τις οποίες επιδιώκεται στρατηγική συνεργασία και συμμαχία στην ενέργεια και την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου;

Η επίσκεψη Μπάιντεν στην Τουρκία εξέθρεψε την ελπίδα ότι ο Αμερικανός αντιπρόεδρος θα ασκήσει ίσως πίεση στην τουρκική πλευρά για να αποσύρει το «Barbaros». Οι δηλώσεις όμως του Τούρκου πρωθυπουργού, αμέσως μετά την επίσκεψη Μπάιντεν, δεν υποδηλώνουν κάτι τέτοιο. Ο Τούρκος πρωθυπουργός δήλωσε ότι το «Barbaros» θα συνεχίσει τις έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ. Πρότεινε επίσης, ως δήθεν «διέξοδο» από τη σημερινή κρίση, την ικανοποίηση ουσιαστικά των τουρκικών αξιοποιήσεων στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Πρότεινε, συγκεκριμένα, τη δημιουργία μιας μικτής Διακοινοτικής Επιτροπής, η οποία ν’ αναλάβει τη διακοινοτική διαχείριση του φυσικού αερίου της Κύπρου. Η Κυπριακή Δημοκρατία να υποβιβασθεί δηλαδή σε «ισότιμο» μέρος του ψευδοκράτους και να παραιτηθεί από τα κυριαρχικά της δικαιώματα και την αξιοποίηση των ενεργειακών της αποθεμάτων. Να αφήσει επίσης μετέωρες τις συμφωνίες οριοθετήσεως της ΑΟΖ που έχει ήδη υπογράψει με τις γειτονικές χώρες, όπως επίσης τις συμφωνίες για αξιοποίηση του φυσικού αερίου και για στρατηγική συνεργασία και συμμαχία με το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

Επανέλαβε επίσης τη γνωστή προπαγάνδα για τον αγωγό μεταφοράς νερού από την Τουρκία στα κατεχόμενα, προσπαθώντας να παρουσιάσει το παράνομο αυτό έργο στρατηγικού ελέγχου της Κύπρου ως προσφορά και στους Ελληνοκύπριους. Η τουρκική πλευρά είναι έτοιμη, είπε, να επιτρέψει στους Ελληνοκύπριους να επωφεληθούν από τον αγωγό νερού. Η ελληνική πλευρά όμως πρέπει να ανταποδώσει με το φυσικό αέριο!

Προβληματισμό προκαλεί επίσης η επανάληψη από την αμερικανική πλευρά, με την ευκαιρία της επισκέψεως Μπάιντεν, ιδεών όπως η παρουσιαζόμενη «συνεργασία όλων των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου στην ενέργεια». Εάν επρόκειτο για απλή συνεργασία, με την έννοια που γίνεται διεθνώς αντιληπτή, δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Στην περίπτωση όμως που η συστηνόμενη «συνεργασία» είναι μια άλλη εκδοχή της «συμμετοχής της Τουρκίας στα ενεργειακά αποθέματα της Ανατολικής Μεσογείου», για την οποία έγινε επανειλημμένα λόγος σε παλαιότερες δηλώσεις Αμερικανών επισήμων, τίθεται πολύ σοβαρό θέμα. Σε ποια ΑΟΖ θα «συμμετάσχει» η Τουρκία; Στην ΑΟΖ της Ελλάδος και της Κύπρου;

Σ’ αυτή τη δύσκολη καμπή, κατά την οποία ασκούνται πιέσεις στην ελληνική πλευρά για να δεχθεί τη μετατροπή του φυσικού αερίου σε διακοινοτικό θέμα, πρωτοστατούντος του ειδικού αντιπροσώπου του Γ. Γραμματέα του ΟΗΕ Έσπεν Μπαθ Άιντα, ακούγονται επίσης παράταιρες φωνές στο εσωτερικό μέτωπο στην Κύπρο. Πρωτοστατεί προς αυτή την κατεύθυνση ο πρώην πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας, ο οποίος υπέχει πολύ μεγάλες ευθύνες για την εμπλοκή των Τουρκοκυπρίων στο φυσικό αέριο της ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου. Αυτός διεκήρυξε από το βήμα της Γ. Συνελεύσεως του ΟΗΕ ότι θα επωφεληθούν και οι Τουρκοκύπριοι από το φυσικό αέριο της Κύπρου και πριν από τη λύση. Ο ίδιος επίσης ασκεί πιέσεις σήμερα στον Κύπριο πρόεδρο να συμφωνήσει με τη φόρμουλα και τις συγκλίσεις που είχε ήδη «επιτύχει» αυτός με τους Τουρκοκυπρίους ηγέτες Ταλάτ και Έρογλου.

Πολύ ανησυχητικές είναι επίσης ορισμένες δηλώσεις του Κύπριου υπουργού Εξωτερικών Γιαννάκη Κασουλίδη, ο οποίος αναφέρθηκε σε σύσταση ταμείου, στο οποίο να κατατίθεται μέρος των εσόδων από το φυσικό αέριο. Ομολογουμένως, η Ελλάδα και η Κύπρος κινδυνεύουν πρώτα απ’ όλα από την πολιτική του κατευνασμού και των υποχωρήσεων.