10 Νοέμβριος 2014, 18:10 - Τελευταία Ενημέρωση: 10 Νοέμβριος 2014, 18:08

Ο Ερντογάν σε παράκρουση…

  • Ο Ερντογάν σε παράκρουση…

Ένας υπερκινητικός Ερντογάν, που μέχρι τώρα οι εξελίξεις τον ευνοούσαν, αντιμετωπίζει το μοιραίο πεπρωμένο του: να είναι ο πρώτος πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας επί των ημερών του οποίου η χώρα του θα απωλέσει μέρος της εδαφικής επικράτειάς της, πιο συγκεκριμένα τις περιοχές όπου ζουν οι Κούρδοι.

Η απόφαση είναι ειλημμένη στα διεθνή κέντρα διαμόρφωσης πολιτικής, το ανέφερε με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια άλλωστε και ο αρχηγός των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Το αν θα είναι η αρχή για τη μετάλλαξη της γειτονικής χώρας είναι κάτι που θα πρέπει να περιμένουμε το χρόνο για να το δούμε. Οι αναμενόμενες, όμως, ορατές στον ορίζοντα εξελίξεις, προκαλούν παραζάλη στον Τούρκο πρόεδρο. Ό,τι προσπάθησε να δημιουργήσει, κινδυνεύει να καταρρεύσει· και ο ίδιος, σε μια δραματική αλλαγή των εσωτερικών συσχετισμών, δεν αποκλείεται να έχει την τύχη δημοφιλούς, επίσης, προκατόχου του.

Παραείναι πολλά τα προβλήματα για να μπορεί να κρατηθεί ψύχραιμος μετά την τριμερή στην Αίγυπτο και τα όσα συμφωνήθηκαν στο Κάιρο, και συγκεκριμένα μετά την απόφαση Αιγύπτου, Ελλάδας και Κύπρου για οριοθέτηση της ΑΟΖ των τριών χωρών.


Από την τριμερή σύσκεψη Κύπρου, Αιγύπτου και Ελλάδας, 7/11/2014

Διεμήνυσε στον αρχηγό του τουρκικού ναυτικού επιτελείου να μιλήσει για κανόνες εμπλοκής που του παραδόθηκαν και τα (πρόθυμα σε τέτοιες περιπτώσεις) τουρκικά ΜΜΕ κλιμακώνουν την ψυχολογική ένταση με ειδήσεις του τύπου ότι ο πρόεδρος επιστρέφει εσπευσμένα στην Άγκυρα από το Τουρκμενιστάν, όπου, βεβαίως, η επίσκεψή του ολοκληρώθηκε. Στη στημένη δημοσιογραφική ερώτηση τι θα κάνουν τα τουρκικά πλοία αν συναντήσουν ελληνικά ή ισραηλινά στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου διεξάγεται η άσκηση «Γαλάζια φάλαινα», η απάντηση του Τούρκου ναυάρχου παρέπεμπε στους κανόνες εμπλοκής με αρκετά διπλωματικό τρόπο ως προς τις ενέργειες στις οποίες θα προβεί. Ελληνικά πλοία, όμως, δεν θα συναντήσει, και η Συμφωνία του Καΐρου έχει ακόμη διπλωματικό δρόμο να διανύσει. Συνεπώς, μπορούν μόνοι τους να αισθάνονται ότι κατατρόπωσαν τον εχθρό.

Η τακτική της πρόκλησης

Η τακτική της πρόκλησης, της προσπάθειας δημιουργίας τετελεσμένων και εν συνεχεία η πρόταση για αποκλιμάκωση με… αμοιβαίες υποχωρήσεις είναι γνωστή τουρκική μέθοδος η οποία εφαρμόστηκε επανειλημμένως από το 1974 μέχρι σήμερα, με επιτυχίες, είναι αλήθεια, για την τουρκική πλευρά. Η διολίσθηση στο σημερινό επίπεδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων οφείλεται στην τακτική αυτή και τις επιτυχίες της, αρχής γενομένης από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης.


Τούρκοι στρατιώτες κατά την εισβολή στην Κύπρο, 1974

Υπάρχει, όμως, μια ειδοποιός διαφορά. Τότε ο διεθνής παράγων, και κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες, αποτελούσε ισχυρή υποστηρικτική δύναμη των τουρκικών θέσεων. Σήμερα αυτό δεν είναι δεδομένο. Η Τουρκία προκάλεσε και προκαλεί, ενώ το ενιαίον της εδαφικής της επικράτειας βρίσκεται σε αντίθεση με τα σχέδια των διαμορφωτών της διεθνούς πολιτικής. Το κουρδικό κράτος έχει δρομολογηθεί, ο διεθνής παράγων, παρά τα προβλήματα, εξακολουθεί να υποστηρίζει το Ισραήλ, ενώ ο Αιγύπτιος πρόεδρος απολαμβάνει της εμπιστοσύνης των ΗΠΑ στην προσπάθειά του να σταθεροποιήσει τη χώρα του και την ευρύτερη περιοχή. Η τριμερής στην Αίγυπτο δεν θα μπορούσε να γίνει, ούτε και να ληφθούν αποφάσεις σαν και αυτές που διαβάζουμε στο κοινό ανακοινωθέν, αν δεν ανεχόταν, τουλάχιστον, την εξέλιξη αυτή η Ουάσιγκτον.

Τα λάθη που πρέπει να αποφευχθούν

Η τουρκική τακτική ήταν προδιαγεγραμμένη και πολύ προβλέψιμη. Μπροστά στα μεσανατολικά της αδιέξοδα επιχειρεί να κερδίσει κάτι προς τα δυτικά, στην Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο ή το Αιγαίο, όπου εν πάση περιπτώσει τα καταφέρει. Αυτό όμως θα συμβεί μόνον αν η ελλαδική πολιτική ηγεσία παραμείνει δειλή, φοβισμένη, χωρίς ψυχραιμία και σχεδιασμούς. Το πρόσφατο παρελθόν αποτελεί οδηγό για τα λάθη της Αθήνας που πρέπει να αποφευχθούν.

Η Τουρκία προσπάθησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 να αμφισβητήσει τη Συνθήκη της Λοζάνης. Το 1973 έθεσε θέμα υφαλοκρηπίδας με αφορμή έρευνες για ανεύρεση υδρογονανθράκων στο Αιγαίο, το 1974 εισέβαλε στην Κύπρο, και το 1975 έθεσε και θέμα εναερίου χώρου.

Για πρώτη φορά ήρθε στο χείλος του πολέμου με την Ελλάδα το 1987, στη γνωστή κρίση στην οποία πρωταγωνίστησαν Παπανδρέου και Οζάλ η οποία εκτονώθηκε με τη Συμφωνία του Νταβός. Παρόλο που η εκτόνωση της κρίσης εμφανίστηκε σαν ελληνική επιτυχία, ο Ανδρέας Παπανδρέου υπέγραψε κοινό ανακοινωθέν με τον Οζάλ στο οποίο γινόταν αναφορά στη δημιουργία επιτροπής που θα συζητούσε «τον καθορισμό των τομέων που υπάρχουν προβλήματα για την εξέταση των δυνατοτήτων γεφύρωσης του χάσματος και για την κίνηση προς μόνιμες λύσεις.» Αποδοχή, δηλαδή, έστω προς συζήτηση, προβλημάτων πέραν της υφαλοκρηπίδας, όπως ήταν η ελληνική πάγια θέση. Σημειωτέον, ότι την κρίση του 1987 προκάλεσε η έξοδος του ερευνητικού σκάφους «Σισμίκ», για έρευνες στο Αιγαίο. Η Συμφωνία του Νταβός ανάγκασε την Ανδρέα Παπανδρέου να μιλήσει για «mea culpa» («λάθος μου»).


Ανδρέας Παπανδρέου, Τουργκούτ Οζάλ (Νταβός 1988)

Του Νταβός προηγήθηκε το 1976 η Συμφωνία της Βέρνης, στην οποία οδήγησε η έξοδος πάλι ενός ερευνητικού σκάφους, του «Χόρα». Το Πρακτικό της Βέρνης μιλούσε για αποχή των δύο χωρών από έρευνες στην υφαλοκρηπίδα τους, αλλά είναι σαφές ότι ο περιορισμός αφορούσε την ελληνική πλευρά η οποία διενεργούσε έρευνες στη Θάσο. Και στις δύο περιπτώσεις η Τουρκία έβγαζε στο Αιγαίο ερευνητικό σκάφος, προσπαθούσε να δημιουργήσει τετελεσμένα, και για να υποχωρήσει ανάγκαζε σε αναδίπλωση την ελληνική πλευρά. Το Πρακτικό της Βέρνης ίσχυε για όσο διάστημα διεξάγονταν εκείνες, προφανώς, οι συνομιλίες, αλλά ορισμένοι καλοθελητές θεωρούν ότι οι συνομιλίες συνεχίζονται και σήμερα, άρα αυτοδεσμεύονται για μη διεξαγωγή ερευνών στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.

Τα Ίμια

Η επόμενη, μετά το 1987, μεγάλη κρίση, η οποία οδήγησε και πάλι τις δύο χώρες στα πρόθυρα πολέμου, ήταν τα Ίμια (Φεβρουάριος 1996). Ό,τι και να λέει σήμερα η ελληνική πλευρά, στα Ίμια άρχισε να εφαρμόζεται η θεωρία των «γκρίζων ζωνών», με παρέμβαση των ΗΠΑ.

Η εφημερίδα Καθημερινή έφερε στη δημοσιότητα έγγραφο το οποίο δέσμευε τις δύο χώρες. Και καλά, η Ελλάδα έχανε κάτι με αυτήν τη δέσμευση, η Τουρκία τι έχανε;

Τι έλεγε, μεταξύ άλλων, το δημοσίευμα:

«Η Ελλάδα και η Τουρκία δεσμεύθηκαν να απομακρύνουν στρατιώτες, πλοία και σημαίες από τα Ίμια και πέριξ αυτών, αλλά και να μην επιστρέψουν στην περιοχή, σε μια συμφωνία που αποτυπώθηκε γραπτώς σε επίσημη επιστολή του Αμερικανού υπ. Εξωτερικών, Γουόρεν Κρίστοφερ, προς τους ομολόγους του της Ελλάδας και της Τουρκίας, με ημερομηνία 2 Φεβρουαρίου 1996. Με τον τρόπο αυτό, οι ΗΠΑ ανέλαβαν, πέραν του ρόλου μεσολαβητή, και αυτόν του εγγυητή των συμφωνηθέντων, καθώς ο Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, που διαχειρίσθηκε την κρίση, ανησυχούσε για τον κίνδυνο νέου επεισοδίου και πιθανής σύρραξης εάν η μία ή η άλλη πλευρά δεν τηρούσε τις προφορικές δεσμεύσεις της.

» [...] Επιπροσθέτως, η σχετική δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης, που για πολλούς καθιστά την περιοχή των Ιμίων “γκρίζα ζώνη”, επιβεβαιώθηκε την επομένη, όταν στην προσπάθεια αποτροπής νέας πρόκλησης της Τουρκίας, που επιχειρούσε να αμφισβητήσει την ελληνικότητα της Καλολίμνου, η Αθήνα διεμήνυσε στην Ουάσιγκτον ότι η συμφωνία που εξασφάλισε ο Χόλμπρουκ αφορούσε μόνον τα Ίμια».


Ίμια, 1996

Ακολούθησαν η Συμφωνία της Μαδρίτης (Ιούλιος 1997) με την οποία η Ελλάδα αναγνώριζε πέρα από τα νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο, και το ανακοινωθέν του Ελσίνκι (Δεκέμβριος 1999) όπου η Ελλάδα αποδέχθηκε την ύπαρξη συνοριακών διαφορών με την Τουρκία.

Υπήρξαν και άλλες υποχωρήσεις της Ελλάδας, αλλά και αυτά που παρετέθησαν είναι αρκετά για την αποσαφήνιση της τουρκικής πολιτικής. Λάθη έγιναν πολλά, και ένα φοβικό ψυχολογικό σύνδρομο διατρέχει την ελληνική πολιτική ηγεσία. Η σημερινή διεθνής συγκυρία είναι ευνοϊκότερη για την Ελλάδα, με την προϋπόθεση όμως πως οι δυνάμεις που διαμορφώνουν τις εξελίξεις στην περιοχή θα συναντήσουν μια αποφασισμένη να προασπίσει τα ελληνικά δίκαια πολιτική ηγεσία.