2 Νοέμβριος 2014, 17:00 - Τελευταία Ενημέρωση: 3 Φεβρουάριος 2015, 17:54

Η ερμηνεύτρια Βασιλική Καρακώστα: Μεθάω με τη λύρα και το νταούλι

  • Η ερμηνεύτρια Βασιλική Καρακώστα: Μεθάω με τη λύρα και το νταούλι

Είχαμε κλείσει ραντεβού μια Τετάρτη πρωί. Την είδα να έρχεται χαμογελαστή, φορώντας ένα φοβερό καπέλο και το σκισμένο τζιν της. Στα χέρια κρατούσε ένα λουλούδι. Για μένα.

Πρώτη φορά θα μιλούσα με την Βασιλική Καρακώστα, ένα κορίτσι που πριν από λίγα χρόνια έφερε την παράδοση στα στέκια της νεολαίας, παντρεύοντας το νέο με το παλιό, έχοντας όχημα τη δωρική φωνή της και την έντονη σκηνική παρουσία της.

Αν και παλιότερα την είχα δει να τραγουδάει με τον Νίκο Πορτοκάλογου και είχα νιώσει την ένταση που μπορούσε να μεταδώσει στο κοινό, μου διέφευγε ότι ήξερε, μπορούσε και ένιωθε να τραγουδήσει ποντιακά, χωρίς να ρέει στις φλέβες της ποντιακό αίμα. Αυτή ήταν και η αφορμή για να την φιλοξενήσουμε στο pontos-news.gr.

Φτιάξαμε ελληνικό καφέ –γιατί η Βασιλική είναι κορίτσι της παράδοσης– και μιλήσαμε για τη σχέση της με το ποντιακό τραγούδι, τη συνεργασία της με τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Πετρολούκα Χαλκιά, τον Νίκο Πορτοκάλογλου και τον Σωτήρη Καλυβάτση, τον χαρακτήρα της και το πώς βλέπει τα πράγματα, τον τρόπο που εργάζεται και το νέο cd που ετοιμάζει.

Κι αν δεν έπρεπε να επιστρέψουμε στις δουλειές μας, νομίζω ότι ακόμα θα μιλούσαμε…

Πες μου, πως ένα νέο κορίτσι όπως εσύ βρέθηκε να σπάει τα στεγανά και να τραγουδάει παραδοσιακά;
Όταν είσαι νέος θέλεις να εκτονωθείς. Θέλεις εκφραστείς. Έχεις ανάγκη έντονα συναισθήματα. Εγώ αυτό το βρήκα στην παράδοση. Ζουρνάδες, κλαρίνα, νταούλια. Τις συχνότητες αυτές που σε κάνουν να νιώθεις ζωντανός και ωραία τις βρήκα εκεί.

Ο πατέρας μου έπαιζε μπουζούκι. Ο παππούς μου, ο παπα-Λάμπρος με έπαιρνε στον εσπερινό κάθε απόγευμα-μάλλον εγώ τον έπαιρνα.

Μετά, πηγαίνοντας στο Βόλο, δεν υπήρχαν χρήματα για να πάω στο Δημοτικό Ωδείο. Ήταν πολύ ακριβό. Τελικά μερικές φορές τα λάθη βγάζουν στα σωστά... Πήγα σε ένα ωδείο που ήταν στη Νέα Ιωνία, έχοντας την υποτροφία της Στάσας Τζάλα η οποία ήταν διευθύντρια του ωδείου. Εκείνη μαζί με την Ρωξάνη Γιαρέντη με βοήθησαν πάρα πολύ και μου στάθηκαν σε αυτά τα πρώτα μου βήματα. Με φρόντισαν, με είχαν στην έγνοια τους.


Με τον Χρόνη Αηδονίδη και τον Χρυσόστομο Μητροπάνο

Εκεί άρχισα να ακούω για πρώτη φορά τα παραδοσιακά, τα κλαρίνα. Ουσιαστικά εκεί άρχισα να τα ακούω, όχι τόσο από την οικογένειά μου, αλλά από τη δεύτερη οικογένειά μου. Και έπαθα έρωτα!

Ναι, αλλά σε βοηθάει και η φωνή σου...
Η φωνή δεν είναι τίποτα. Έχω το ταλέντο του παππού, που ήταν αηδόνι. Όμως όλοι είμαστε μουσικοί. Ο καθένας από εμάς. Παράγεις μουσική ακόμα κι όταν ανακατεύεις την κατσαρόλα. Όλα τα σώματα τραγουδάνε. Είναι να τύχει να το ανακαλύψεις.

Από το ίδιο υλικό είμαστε φτιαγμένοι όλοι. Έχουμε τη Θεία Τέχνη μέσα μας.

Αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι η φωνή δεν έχει καμία σημασία. Η ψυχή είναι το παν. Καλύτερα να είσαι άφωνος και η ψυχή σου να δονείται, παρά καλλικέλαδος και να μην λες τίποτα.

Εδώ θα ήθελα να ξεκαθαρίσω κάτι. Ερχόμενη στην Αθήνα δεν δέχτηκα να κάνω ενστικτωδώς ένα πράγμα, να το πουλήσω. Δηλαδή να το παίξω επαρχιώτισσα που έρχεται στη μεγάλη πόλη, και να κάνω μαγαζάκι την αγάπη μου για τα παραδοσιακά τραγούδια. Και δεν το κάνω ούτε και σήμερα. Οτιδήποτε λέω πάνω στη σκηνή, το λέω επειδή το έχω αγαπήσει και θέλω να μοιραστώ αυτή μου την αγάπη.

Σήμερα, νιώθω πάρα πολύ χαρούμενη γιατί καταλαβαίνω ότι ο κόσμος με ακολουθεί ως Βασιλική. Επειδή γνωρίζει πως αυτό που θα του πω το αγαπώ και το σέβομαι.

Μου δίνεις την αίσθηση ότι ξέρεις τι λες και γιατί το λες.
Είμαι ένας άνθρωπος πολύ ευθύς. Πολύ ξεκάθαρος. Από μικρό παιδί ήμουν έτσι. Εάν μου αρέσει κάτι το φωνάζω, εάν δεν μ’ αρέσει πάλι το φωνάζω. Μπορείς να με χαρακτηρίσεις αυθόρμητη, τις περισσότερες φορές.

Δηλαδή εάν συγκρίνεις τον σημερινό εαυτό σου με το παιδί που ήσουν όταν έφυγες από το σπίτι σου, θα έλεγες ότι δεν έχεις αλλάξει;
Είμαι ακριβώς ο ίδιος άνθρωπος. Νομίζω με περισσότερη γνώση λόγω εμπειριών. Ήρθα στην Αθήνα και συνεργάστηκα με εξαιρετικούς ανθρώπους και νιώθω πιο πλούσια. Όμως όσο μεγαλώνω επιστρέφω στον τόπο που μεγάλωσα. Είτε μεταφορικά, είτε κυριολεκτικά. Δηλαδή, συχνά θέλω να πηγαίνω στο χωριό μου. Όχι ότι δεν εκτιμώ την πόλη. Η πόλη έχει κι αυτή την ομορφιά της.

Επίσης δεν έχω μόνο ένα χωριό. Είμαι από τη Γλύφα (σημ. στο νομό Φθιώτιδας), έχω ζήσει σε χωριά εκεί γύρω και κατέληξα στον όμορφο Βόλο, όπου τραγούδησα πρώτη φορά επαγγελματικά, σε ηλικία 15,5 ετών.

Ο αυθορμητισμός σου δεν σε φέρνει σε δύσκολη θέση;
Άλλοτε με φέρνει σε δύσκολη θέση, άλλοτε φέρνει τους άλλους σε δύσκολη θέση. Εγώ πάντως το απολαμβάνω. Πρέπει να διεκδικούμε –όλοι οι άνθρωποι οποιασδήποτε ομάδας, τάξης, φυλής– την ευγένεια και το σεβασμό εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Η ευγένεια και ο σεβασμός, πιστεύω ότι σου επιτρέπουν να λες την αλήθεια σου. Είναι και επιλογή αλλά κι ένα ένστικτο και μια φύση που την αφήνεις ελεύθερη να υπάρξει και να μην την περιορίζεις συνέχεια σε «πρέπει».

Για πες μου, στο ωδείο τραγουδούσες ποντιακά;
Όχι. Έκανα πιάνο, θεωρητικά, λίγο βυζαντινή μουσική. Ήμουν στη γυναικεία χορωδία κι εκεί, δεν ξέρω πως έγινε, η κυρία Στάσα μου είπε ότι έπρεπε να μάθω ένα τραγούδι.

Ήρθε ο συνεργάτης της, ένας Πόντιος που έπαιζε λύρα, κεμεντζέ και μου έμαθε λέξη-λέξη το «Πάρθεν η Ρωμανία». Μου μετέφερε με πολύ αγάπη τον πολιτισμό του. Είναι σαν να με πήρε από το χέρι και να με έβαλε να περπατήσω τις νότες. Όχι να τις τραγουδήσω.

Μου αρέσει ο ποντιακός ήχος. Είναι μια μουσική που κουβαλάει περηφάνια, γενναιότητα. Έκανα τρεις μέρες και τρεις νύχτες να το μάθω. Όχι επειδή το ήθελα. Σε καμία περίπτωση. Το τραγούδι δεν με άφηνε. Ξάπλωνα να κοιμηθώ και ξανασηκωνόμουν. Ήταν σα να με είχε διαλέξει το τραγούδι.

Μόνο το «Πάρθεν η Ρωμανία» ξέρεις;
Όχι. Ξέρω καλά και το «Αητέντς Επαραπέτανεν». Κι άλλα ποντιακά όπως τα «40 μήλα κόκκινα», η «Τρυγόνα η κορόνα» κ.ά.

Απλώς επειδή τα προγράμματά μου είναι πολύχρωμα, πολυποίκιλα όπως είναι η χώρα μας, σαν κουρελού –το όνομα της πρώτης μου παράστασης– δεν επιμένω σε κάποιο είδος πολύ. Εκτός από τα δικά μου τραγούδια που τα τραγουδάω όλα, στα παραδοσιακά βάζω πινελιές, ισχυρές ως προς την επιλογή – το αποτέλεσμα το γνωρίζει ο κόσμος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι στο μέλλον δεν έκανα ένα πρόγραμμα μόνο με ποντιακά τραγούδια.
Θα ήθελα όμως να πω κάτι για το συγκεκριμένο τραγούδι, που μου επιτρέπει να το τραγουδώ. Είναι ένα αριστούργημα, έχει μια υπερηφάνεια απίστευτη. Με αυτό το τραγούδι δεν μιλάς για τον Πόντο του τότε, τραγουδάς και για τον πόνο του σήμερα.

Έχει γράψει και ο Καφάβης ποίημα με αφορμή αυτό. Ο Διονύσης Σαββόπουλος μου μίλησε για αυτό. Μου έμαθε τους ποιητές.


Διονύσης Σαββόπουλος, Γιάννης Ζουγανέλης, Βασιλική Καρακώστα, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας

Το τραγούδι αυτό δεν μου αρέσει όταν εικονογραφείται με φωτογραφίες από την Άλωση της Πόλης. Κρύβει πολύ ελπίδα για το αύριο. Το έχω αλλιώς στην καρδιά μου.

Νομίζω μάλιστα ότι μια από τις πιο ωραίες ερμηνείες μου την έκανα πριν από λίγες εβδομάδες όταν τραγούδησα στο χωριό του παππού μου, όπου πολλοί ήταν πρόσφυγες από τον Εύξεινο Πόντο. Είχαν βαγόνια για σπίτια. Εκεί ήταν και οι φίλοι του παππού μου – γιατί ο παππούς μου δεν ζει. Έκλεισα τα μάτια μου και το χρωμάτισα νομίζω πιο όμορφα από ποτέ.

Μιλάς πολύ για τον παππού σου...
Ήταν λεβέντης, για αυτό. Ένας παπάς κι αγρότης συνάμα που τα έδινε όλα. Από τη Στενήμαχο Βουλγαρίας. Αγαπούσε την οικογένειά του, αγαπούσε τα παιδιά. Είχε αρχοντική θωριά. Το κατηχητικό το έκανε στο μετόχι. Έπαιρνε τα παιδιά, άναβαν φωτιά και έπαιζαν μουσική. Και ο παππούς τους άκουγε. Κατηχούσε ακούγοντας τους νέους και δίνοντας μικρές συμβουλές.

Ζούσε στην Ευξεινούπολη Μαγνησίας και ήταν παπάς στη Σούρπη. Σε αυτή την περιοχή τραγούδησα πριν από λίγο καιρό.

Βασιλική, ξέρεις και ποντιακούς χορούς;
Ναι. Πριν από τρία χρόνια και για ένα χρόνο πήγαινα στο Σύλλογο Ποντίων «Μαύρη Θάλασσα» της Νέας Σμύρνης. Στην αρχή περνούσα απέξω από το σχολείο, άκουγα ζωντανή λύρα και νταούλια και σκεφτόμουν ότι είναι Πόντιοι και δεν θα με θέλουν, κυρίως επειδή προσπαθούν να το κρατήσουν ζωντανό και αναλλοίωτο όλο αυτό.

Τελικά μετά από καιρό, βρήκα το θάρρος και πήγα. Γελούσαν μαζί μου επειδή σκεφτόμουν έτσι. Και πέρασα υπέροχα μαζί τους ένα χρόνο. Έκανα χορό. Αλλά ο χορός γεννάει κι άλλα πράγματα. Ένιωσα τη λατρεία που είχαν για την καταγωγή τους, για τους προγόνους τους. Εάν δεν ξέρεις σε ποιο χώμα πρωτοπάτησες δεν πρόκειται να πατήσεις σε κανένα άλλο.

Οι άνθρωποι εκείνοι και γενικά οι Πόντιοι είναι πολύ φιλόξενοι, κοινωνικοί και έχουν απίστευτο χιούμορ. Μου έδειξαν με αγάπη τους χορούς τους.

Παρόλο που τα γόνατα μετά από καιρό έχουν πρόβλημα επειδή πατούν πολύ δυνατά με τη φτέρνα κάτω, δεν τους νοιάζει καθόλου. Αφήνουν το στέρνο ελεύθερο και εγώ σκέφτομαι πως το κάνουν για να αφήνουν το συναίσθημα να κυκλοφορεί καλύτερα, ενώ τα πόδια χτυπούν με πείσμα. Μου αρέσει που έχουν ζωντανή μουσική, κάτι που πρέπει να γίνεται για να πατήσεις σωστά στο ρυθμό.

Μεθάω με τη λύρα και το νταούλι. Καλύτερα κι από το να πίνω κρασί.

Έχεις πάει στον Εύξεινο Πόντο;
Όχι, αλλά είναι σαν να έχω πάει. Η ψυχοσύνθεσή μου είναι που ταίριαξε με αυτό τον πολιτισμό. Θέλω να πιστεύω ότι είμαι γενναίος άνθρωπος, όσο μπορώ. Για αυτό άλλωστε έκανα και τον δίσκο Τα επικίνδυνα. Ποιος βγάζει τέτοιο δίσκο; [γέλια]


Η Βασιλική έχει να θυμάται τα καλύτερα από τη συνεργασία της με τους Κωνσταντίνο και Λυδία Μπουτούνη

Κάποιος που περνάει στο κοινό αυτό που διοχετεύεις κι εσύ, μια απίστευτη ενέργεια και τρέλα ίσως…
Η σχέση του κοινού και του ανθρώπου που έχουν απέναντι είναι ερωτική. Έρχονται και συνδέονται και κάνουν μαζί το live.

Εντάξει, εγώ είμαι ο καπετάνιος αλλά ανάλογα το κοινό η κάθε παράσταση είναι διαφορετική. Και πάντα αυτοσχεδιάζω.

Στην τελευταία μου εμφάνιση ήρθε ένας κύριος και μου είπε «μας ανοίγεις την ψυχή». Τον ευχαρίστησα και του είπα ότι αυτό πάντα ήθελα, να υπάρχει μια συνεργασία στο συναίσθημα, ωστόσο εάν κι εκείνος δεν ήθελε να ανοίξει την καρδιά του, η δική μου προσπάθεια δεν θα έφθανε στο στόχο της.

Με ενοχλούν οι άνθρωποι-Θεοί πάνω στη σκηνή, τύπου «κοιτάξτε με τι καλά που τα λέω». Αυτό συμβαίνει και με την πολιτική. Τους ανεβάζουμε, τους ανεβάζουμε και μετά θέλουν δεν θέλουν, δεν κρατάνε την ταπεινότητά τους. Και βλέπω και καλλιτέχνες που κλαίνε, αλλά κλαίνε για το «εγώ» τους. Σκέφτονται «πω πω, κοίτα να δεις που έφθασα και πως με θαυμάζουν». Θα έπρεπε να κλάψουν μαζί με τον κόσμο μοιραζόμενοι ένα κοινό συναίσθημα.

Με το κοινό που τους έχει δώσει αυτή θέση, εννοείς. Είναι και λίγο θέμα συγκυριών η επιτυχία πιστεύεις; 
Σίγουρα είναι θέμα συγκυριών. Παίζει όμως και πολύ μεγάλο ρόλο η επιμονή. Εγώ είμαι πολύ μεγάλο ψώνιο. Προσφάτως κάποιος με αποκάλεσε έτσι και θα απαντήσω συμφωνώντας μαζί του.

Ποιο κορίτσι –φαντάζομαι πολλά, αλλά θα μιλήσω για μένα– έρχεται στην Αθήνα, χωρίς κανένα στήριγμα και με λίγα λεφτά που είχα συγκεντρώσει από τη δουλειά μου σε μπουάτ και πανηγύρια και επιμένει τόσα χρόνια να δουλεύει σε ένα δωμάτιο 5x5;

Που κάνει ένα πρόγραμμα το οποίο λέγεται Κουρελού, χωρίς κανέναν παραγωγό –αν και υπήρχαν άνθρωποι που με αγαπούσαν και με στήριζαν εμβόλιμα– με μουσικούς και παραδοσιακά όργανα και τους οποίους πρέπει να πληρώσεις.

Τόση επιμονή μόνο τα μεγάλα ψώνια έχουν. Ε, λοιπόν είμαι ψώνιο!

Θέλω όμως να πω ότι γνώρισα ανθρώπους σπουδαίους που με εκτίμησαν και μου στάθηκαν. Πάρα πολλούς. Ενδεικτικά να μιλήσω για τον κ. Διονύση Σαββόπουλο και τον κ. Νίκο Πορτοκάλογλου που έβγαλε τον πρώτο μου δίσκο. Και είμαι ευγνώμων!

Τα τραγούδια που έγραψε ο κ. Πορτοκάλογλου αλλά και το ντουέτο που τραγουδήσαμε μαζί, τη «Σιωπή», αγαπιούνται πάρα πολύ μέχρι και σήμερα.

Έχω συνεργαστεί και με πολλούς άλλους ανθρώπους, δεν θα ήθελα να παρεξηγηθούν.

Να σε ρωτήσω λοιπόν και για τη συνεργασία σου με τον κ. Πετρολούκα Χαλκιά. Είχες ξανακάνει ηπειρώτικα;
Τον γνώρισα σε μια παράσταση του κ. Σαββόπουλου. Ήμουν στην ενότητα των παραδοσιακών όπου είχε καλέσει πολλούς καλλιτέχνες. Ένας από αυτούς ήταν ο κ. Πέτρος.

Όμως στην πραγματικότητα τον άκουγα από μικρό παιδί. Ήταν το ιερό βουνό. Η φύση μέσα στη μουσική. Ήθελα τόσο να τον συναντήσω! Κι έτυχε σε αυτή τη συνεργασία.

Αυτός ο άνθρωπος ταιριάζε στη φύση μου. Δεν μπορώ να βάλω μια έντεχνη σκηνή πάνω από το παραδοσιακό, αυτό που περιγράφει τη φύση.

Τον είδα και μαρμάρωσα. Καθόμουν και τον κοίταγα. Πήγα και του μίλησα. Ήταν ευγενέστατος. Ο άνθρωπος που ξέρει καλά αυτό που κάνει, δεν έχει ανάγκη να είναι σνομπ. Τον ρωτούσα «θέλετε να σας φέρω μια καρέκλα να καθίσετε;», «έναν καφέ, κάτι;». Δεν δεχόταν. Με ρώτησε «εσύ κοπελιά μου τι θα τραγουδήσεις;». Και του είπα, ένα ηπειρώτικο κι ένα ποντιακό. Τότε μου λέει «ηπειρώτικο εγώ θα παίξω». Σκέφτηκα: «δεν μπορεί, πλάκα μου κάνει κάποιος».

Ανέβηκα στη σκηνή…


Πετρολούκας Χαλκιάς και Βασιλική Καρακώστα σε selfie

Έτρεμες;
Όχι! [Γέλια]. Δεν θα άφηνα ποτέ τη στιγμή να φύγει. Έτρεμα πριν να ανέβω στη σκηνή. Τον άκουγα, αφέθηκα στο μεγαλείο του και νομίζω ότι τραγούδησα το ηπειρώτικο πολύ καλύτερα από τις άλλες φορές.

Κάποια στιγμή με πήρε τηλέφωνο για να με καλέσει εκεί που θα έπαιζε όλη η οικογένεια του. Με ρώτησε εάν είμαι από την οικογένεια των Καρακωσταίων των κλαρινιτζήδων. Του είπα ότι θα το ήξερα εάν ήμουν και πρόσθεσε πως εάν ήμουν για να με καλέσει να τραγουδήσω θα έπρεπε πρώτα να πάρει την άδειά τους. Ξέρουν από ευγένεια και σεβασμό αυτοί οι άνθρωποι!

Ξαναβρεθήκαμε στο Terra Vibe. Και ίσως ξανακάνουμε κάτι παρέα.

Συναντιόμαστε στο καφενείο των μουσικών μια στο τόσο και μου μαθαίνει πολλά πράγματα. Χωρίς το κλαρίνο. Με τα χέρια. Μιλάμε για εμπειρία πολλών χρόνων.

Θα ήθελα να μου γράψει κι ένα τραγούδι. Για να δούμε.

Την παραγωγή στις δουλειές σου την κάνεις μόνη σου;
Με τη βοήθεια των συνεργατών. Ωστόσο έχω την ευθύνη. Ο πρώτος δίσκος έγινε από το Sony Music, μια απρόσωπη εταιρία, και ο δεύτερος με τον γενναίο Φάνη Κερκινέζο, ο οποίος προχώρησε τα «Επικίνδυνα» παρά κάποια όχι που υπήρχαν. Πήρε την ευθύνη. Και πάει πολύ καλά. Τα τραγούδια έχουν αγαπηθεί και στα live ο κόσμος αγοράζει τα cd.

Φέτος θα κάνεις κάτι; Πού θα εμφανιστείς;
Θα εμφανιστώ με τον κ. Σωτήρη Καλυβάτση και τον κ. Στέλιο Κάτσαρη. Είναι η τέταρτη συνεργασία μας και νομίζω ότι θα είμαστε ακόμα καλύτερα. Έχουν φοβερό χιούμορ και οι δυο.

Ο κ. Καλυβάτσης είναι πολύ φιλόξενος άνθρωπος. Να γράψεις ότι είναι «οριτζινάλε Σαλονικιός» και για αυτό τον αγαπάει όλη η Θεσσαλονίκη! Ξέρεις, είναι δύσκολο να σε αγαπάνε στον τόπο σου…[γέλια]

Και σε λίγες μέρες μπαίνω στο στούντιο. Στίχους μου έχει γράψει ένα 10χρονο κορίτσι και είναι καταπληκτικοί. Από ότι φαίνεται θα κάνουμε έναν δίσκο που θα έχει καινούρια και παραδοσιακά τραγούδια.   

Να είσαι καλά Βασιλική.
Ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία.

Οι Πόντιοι φημίζονται…
Το ξέρω! 

*Οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν στη συνέντευξη, με την άδεια της Βασιλικής Καρακώστα, είναι από το προφίλ της στο facebook.