Πολιτική και οικονομία – Έγκλημα και τιμωρία

Η μεταπολεμική πορεία της χώρας μας χαρακτηρίστηκε από τις αντιπαραθέσεις εμβληματικών κομματικών αρχηγών, στα άρματα των οποίων είχαν προσδεθεί τοπικοί αρχηγίσκοι, καπάτσοι να ρυθμίζουν ρουσφέτια που τους εξασφάλιζαν τον απαραίτητο αριθμό ψήφων για την επανεκλογή τους. Επί δεκαετίες κυβέρνησαν πολιτικοί με συγκεκριμένους προσωπικούς στόχους, αλλά κυβερνητική πολιτική με συγκεκριμένους εθνικούς στόχους δεν υπήρξε. Η Ελλάς, ενταγμένη στο κοπάδι της δυτικής συμμαχίας, ευνοήθηκε λίγα χρόνια από τις διεθνείς οικονομικές συγκυρίες που ακολούθησαν την εθνική αιμορραγία στη διάρκεια ολόκληρης της δεκαετίας του 1940 και κρίνοντας, λανθασμένα, τον εαυτόν της ώριμο, έπεσε στην παγίδα επιδιώκοντας να ενταχθεί ως ισότιμο μέλος σε μια ομάδα πλούσιων και βιομηχανικά ανεπτυγμένων χωρών, θεωρώντας ότι η συμμετοχή αυτή από μόνη της θα της εξασφάλιζε την ευημερία που απολάμβαναν οι πλούσιοι μελλοντικοί εταίροι της.

Ο προσανατολισμός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ήταν σαφής και αφορούσε τη δημιουργία μιας ισχυρής οικονομικής και πολιτικής δύναμης στον παγκόσμιο στίβο. Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στο σχηματισμό μιας μεγάλης ενιαίας αγοράς χωρίς εμπορικούς περιορισμούς, που ευνόησε τα οικονομικώς ανεπτυγμένα κράτη με γερή παραγωγική βάση, κάτι που δεν ίσχυε για τη φτωχή Ελλάδα. Η κατάργηση των εμπορικών περιορισμών προώθησε το ενδοκοινοτικό εμπόριο, η ανάπτυξη του οποίου επιταχύνθηκε στην πορεία με αποτέλεσμα μεταξύ των ετών 1958 και 1970 το ποσοστό αύξησης των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των έξι ιδρυτικών μελών της ΕΟΚ να ξεπεράσει το 500%, ενώ και η αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής αυξήθηκε εντυπωσιακά 108% με συνέπεια το 1970 η ΕΟΚ των έξι χωρών-μελών να καταστεί κορυφαία εμπορική δύναμη στον κόσμο συγκρινόμενη με τις τότε μεγάλες οικονομικές δυνάμεις. Π.χ., οι ετήσιες εισαγωγές της με 46 δισ. δολ. υπερτερούσαν των εισαγωγών των ΗΠΑ (40 δισ. δολ.), όπως οι εξαγωγές της με 45 δισ. δολ. υπερτερούσαν επίσης των εξαγωγών των ΗΠΑ (43 δισ. δολ.), ενώ η παραγωγή χάλυβα της ΕΟΚ βρισκόταν με 109 εκ. τ. κοντά στα μεγέθη των πρώτων στον κόσμο ΗΠΑ (122 εκ. τ.) και Σοβ. Ένωσης (116 εκ. τ.).

Τον Ιούλιο 1961 υπογράφηκε η Συμφωνία των Αθηνών που τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1962 και απέβλεπε η ολοκλήρωση του ειδυλλίου μεταξύ ΕΟΚ και Ελλάδος να ολοκληρωνόταν εντός 22 ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας. Οι πολιτικές εξελίξεις άλλαξαν όμως το πρόγραμμα και η Ελλάς έχοντας υποβάλει αίτηση τον Ιούνιο 1975 εντάχθηκε στην ΕΟΚ την 1η Ιανουαρίου 1981 ως δέκατο μέλος της. Περιστασιακοί πολιτικοί, χωρίς να ενδιαφερθούν για τις διαφαινόμενες οικονομικές συνέπειες των πολιτικών τους αποφάσεων, οδήγησαν την Ελλάδα στο σημερινό οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο με βασικά χαρακτηριστικά τη φτώχεια, τη μαζική ανεργία, τη μετανάστευση, τις αυτοκτονίες και την εγκληματικότητα.

Οι ρίζες του σημερινού δράματος βρίσκονται στην τότε ασύνετη πολιτική απόφαση να γίνει η Ελλάς μέλος μιας οικονομικής κοινότητας με υποχρεώσεις ασύμφορες για το οικονομικό της μέλλον. Μια χώρα χωρίς εδαφική σύνδεση με τα υπόλοιπα μέλη, με πληθυσμό μικρό και απασχολούμενο κυρίως στη γεωργία, όπου η οικονομική απόδοση είναι πολύ μικρότερη απ’ ό,τι στη βιομηχανία και στις υπηρεσίες όπως συνέβαινε με τους εταίρους της, με τεχνολογική καθυστέρηση, με πολύ περιορισμένο ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, με έλλειψη δυνατότητας μετασχηματισμού παραγωγής, με έλλειψη ιδίων κεφαλαίων αλλά και πολιτικού βάρους διεθνώς, με παραγωγικές αδυναμίες που είχαν οδηγήσει σε μετανάστευση ένα υγιές, δυναμικό τμήμα του ελληνικού πληθυσμού και με εμφανείς από τότε δημοσιονομικές αδυναμίες, βιάστηκε να γίνει, χωρίς προσόντα, μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Οι πολυδιαφημισμένες επενδύσεις δεν ήρθαν ποτέ, και η ελληνική αγορά υιοθετώντας το «κοινοτικό κεκτημένο» παραδόθηκε σαν καταναλωτικό κελεπούρι σε ξένα οικονομικά συμφέροντα.

Υπήρχαν τότε άνθρωποι με γνώσεις που είχαν κτυπήσει το καμπανάκι, αλλά επικράτησε η θεωρία τού «ρίξε τον στη θάλασσα και θα μάθει να κολυμπάει». Πέσαμε στη θάλασσα και τώρα πνιγόμαστε.

Η Ελλάς αποτελεί όχι μόνο παράδειγμα προς αποφυγήν, αλλά και κλασικό δείγμα χώρας με επί δεκαετίες ανεύθυνες πολιτικές ηγεσίες δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του περασμένου αιώνα και της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα εμφάνιζε σταθερά ανισορροπία στις εμπορικές της ανταλλαγές, με την αξία των ετήσιων εισαγωγών της να υπερτερεί τρεις έως τέσσερις φορές της αξίας των εξαγωγών της. Δυστυχώς, οι εισαγωγές αφορούσαν κυρίως καταναλωτικά προϊόντα και όχι κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, που θα μπορούσε να συμβάλει στην αύξηση των ελληνικών εξαγωγών. Φυσική συνέπεια ήταν να δανειστούμε υπέρμετρα, χωρίς όμως να είμαστε παραγωγικοί τόσο ώστε να μπορούμε να πληρώνουμε χωρίς πρόβλημα τόκους και κεφάλαια στους δανειστές μας. Επί τόσες δεκαετίες οι εκάστοτε φαύλες πολιτικές ηγεσίες δεν έδωσαν δείγματα ανησυχίας για την οικονομική πορεία της χώρας, και αντί να φροντίσουν να κτίσουν το μέλλον με σοβαρές παραγωγικές επενδύσεις διαγκωνίζονταν για τη διανομή των «πακέτων» από τις Βρυξέλλες μεταξύ των «ημετέρων».

Τα ετήσια δημοσιονομικά ελλείμματα, δηλαδή οι ετήσιες υπερβάσεις των προϋπολογισμών, είχαν αποτέλεσμα να κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά περισσότερο χρήμα απ’ όσο άντεχε η «εθνική μας τσέπη». Μόνο την τελευταία πενταετία (2009-2013) και παρά τη μεγάλη μείωσή του, το δημόσιο έλλειμμα ήταν ύψους 120,5 δισ. ευρώ. Τα ελλείμματα καλύπτονταν από το εξωτερικό με δανεικά που κατέληγαν στους πολίτες, οι οποίοι μέσω της υπερκαταναλωτικής συμπεριφοράς τους συντηρούσαν υπεράριθμα καταστήματα στην ελληνική αγορά. Τα μέτρα που περιόριζαν το έλλειμμα από τα 36,1 δισ. € στα 24,1 δισ. €, στα 20 δισ. €, στα 17,2 δισ. € και 23,1 δισ. € (διαδοχικά από το 2009 στο 2010, στο 2011, στο 2012 και στο 2013) αφαιρούσαν χρήμα από την αγορά, δηλαδή αφαιρούσαν αγοραστική δύναμη από τους καταναλωτές, οι δαπάνες των οποίων συντηρούσαν επί δεκαετίες αυτά τα υπεράριθμα καταστήματα, πέραν αυτών που ήταν αναγκαία για την κάλυψη των εντός των ορίων των κανονικών (χωρίς τα δανεικά) καταναλωτικών αναγκών των οικογενειακών προϋπολογισμών. Συνέπεια της μειωμένης αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών ήταν το κλείσιμο όσων καταστημάτων επιβίωναν οριακά, δηλαδή αυτών που είχαν πολύ περιορισμένο κέρδος, ενώ αυτοί που είχαν μεγάλα περιθώρια κέρδους δεν έκλειναν διότι άντεχαν.

Έτσι βλέπουμε τον αριθμό των ανέργων να συνεχίζει να αυξάνεται, διότι οι απολυόμενοι από τις επιχειρήσεις που κλείνουν ή από αυτές που δεν κλείνουν αλλά έχουν μικρότερο κύκλο εργασιών δεν είναι δυνατόν να διοχετευθούν σε άλλες θέσεις εργασίας, εφόσον τέτοιες δεν υπάρχουν. Θα υπήρχαν αν γίνονταν επενδύσεις και δημιουργούνταν νέες θέσεις εργασίας. Αυτό σημαίνει ανάπτυξη, που είναι όμως ανύπαρκτη στην Ελλάδα, και όσοι χάνουν τη δουλειά τους δεν έχουν πού να πάνε παρά μόνο σπίτι τους – και δυστυχώς δεν είναι λίγοι αυτοί που έχασαν και το σπίτι τους, ενώ πολύ περισσότεροι είναι αυτοί που κινδυνεύουν σήμερα να το χάσουν. Άλλοι έγιναν μετανάστες, αν και δεν το επιθυμούσαν.

Όμως η ύπαρξη και σήμερα δημοσιονομικού ελλείμματος σημαίνει ότι υπάρχουν ακόμη στην αγορά καταστήματα που ικανοποιούν ουσιαστικά μεγαλύτερη καταναλωτική δαπάνη από αυτή που προβλέπεται από τις υγιείς οικονομικές δυνατότητες των πολιτών. Άρα, λόγω του ακόμη πιο μεγάλου περιορισμού της καταναλωτικής δαπάνης κλείνουν και άλλα καταστήματα, τα λιγότερο ανταγωνιστικά από όσα έχουν εναπομείνει, με προοπτική να καταλήξουμε (μετά από νέα κλεισίματα στο άμεσο μέλλον) σε ένα κατώτατο σημείο καταναλωτικής δαπάνης, πολύ χαμηλότερο από το επίπεδο που είχαμε συνηθίσει επί δεκαετίες. Αυτό είναι άγνωστο πότε θα συμβεί, εκτιμάται όμως (και ελπίζεται) ότι θα έχει συμβεί μέχρι το τέλος του 2015. Η περαιτέρω μείωση του ελλείμματος στο άμεσο μέλλον θα επιτευχθεί από περικοπές δαπανών και λιγότερο από αύξηση φορολογικών εσόδων. Τα αυξημένα έσοδα και η αυξημένη περικοπή δαπανών προβλέπεται να προέλθουν από τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν πρόσφατα, από την εφαρμογή του νέου ενιαίου μισθολογίου στον δημόσιο τομέα, από αυξήσεις τιμολογίων στις ΔΕΚΟ με παράλληλες περικοπές μισθών και επιδομάτων σε αυτές, από καταργήσεις φορέων στον δημόσιο τομέα και δυστυχώς από περιορισμό του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων.

Το ποτήρι με τα δανεικά της Ελλάδος ξεχείλισε όταν η παγκόσμια κρίση, που είχε ξεκινήσει στις ΗΠΑ, ταρακουνούσε την παγκόσμια οικονομία συμπεριλαμβανομένης της ευρωζώνης. Με τη συνδρομή των λίαν ακατάλληλων πολιτικών ηγεσιών, με επικεφαλής «διαδόχους» πολιτικών φυλάρχων, η Ελλάς οδηγήθηκε μέσα από σειρά σφαλμάτων σε έναν άνευ προηγουμένου κατήφορο.

Αρχής γενομένης το 2008, η ελληνική οικονομία, λόγω της ιδιάζουσας παθογένειας της (υπερκατανάλωση, ανεπαρκή φορολογικά έσοδα, μικρές εξαγωγικές επιδόσεις), είχε μέχρι και το 2013 έξι συνεχόμενα έτη ύφεσης (2008: -0,2%, 2009: -3,1%, 2010: -4,9%, 2011: -7,1%, 2012: -7%, 2013: -3,9%) με συνέπεια το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, σε τρέχουσες τιμές, από τα 233,2 δισ. ευρώ (2008) να μειωθεί στα 182 δισ. ευρώ (2013). Αντίθετα, ο μέσος όρος της εξέλιξης των ΑΕΠ των χωρών της ΕΕ υπήρξε αρνητικός μόνο στα έτη 2009 (-4,5%) και 2012 (-04%).

Εκτός από το δημοσιονομικό έλλειμμα χρειάζεται αντίστοιχο φρένο στο δημόσιο χρέος. Σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ το 2013 η Ελλάς είχε παγκοσμίως το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Στα χρέη που πρέπει να εξυπηρετήσουμε ετησίως έχουμε δυστυχώς να προσθέτουμε τα νέα ετήσια δημοσιονομικά ελλείμματα που καλύπτονται βέβαια με νέο δανεισμό. Γι’ αυτό έχει τόση σημασία να μην υπάρχουν νέα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Η ελληνική κρίση χρέους φάνηκε ότι λειτούργησε ως αφορμή για να επικρατήσει γενική ανησυχία για την ευρωζώνη, εφόσον είχαν διαπιστωθεί από πολλούς οι ποικίλες αδυναμίες αρκετών άλλων χωρών-μελών της, κυρίως μεσογειακών, αλλά και της ίδιας της ευρωζώνης συνολικά ως λειτουργικού μηχανισμού στο κατασκεύασμα που επιγράφεται Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά τις συνεχείς συσκέψεις κορυφής και τα ποικίλα «γιατροσόφια» που προτάθηκαν και εφαρμόστηκαν στους ασθενείς του συστήματος, η κρίση προχώρησε με ρυθμό πιο ισοπεδωτικό από αυτόν που επιθυμούν να εμφανίσουν προς τα έξω οι ηγεσίες των κρατών της ευρωζώνης. Τα κριτήρια του Μάαστριχτ έχουν στην ουσία καταργηθεί, δεδομένου ότι δύο από τα βασικότερα εξ αυτών (δημοσιονομικό έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ όχι μεγαλύτερο του 3% και δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ όχι μεγαλύτερο του 60%) δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν από πολλές χώρες-μέλη – και όχι μόνο από τις μεσογειακές. Πρόσθετα, η εκτίναξη (σε όχι λίγες χώρες της ευρωζώνης) της ανεργίας σε πρωτοφανή ύψη, σε συνδυασμό με την έλλειψη ρευστότητας, που δεν επιτρέπει την προσέλκυση σε επιθυμητό βαθμό επενδύσεων, έχει ως συνέπεια τη μη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας γεγονός που ανατρέπει το ευρύτερο πολιτικό σκηνικό στην Ευρώπη με μετακινήσεις ψηφοφόρων στα άκρα.

Το ότι η ΕΕ με δεδομένη μια ευνοϊκή παγκόσμια οικονομική συγκυρία είχε μείνει από το 1990 και χωρίς αντίπαλο στον γεωγραφικό της περίγυρο, την οδήγησε προφανώς σε πολλαπλές αυθαιρεσίες με πιο πρόσφατη και πιο καταστροφική την επιθετική της συμπεριφορά στην Ουκρανία σε βάρος της Ρωσίας, από την οποία όμως εξαρτάται ενεργειακά. Η καθ΄ υπόδειξη των ΗΠΑ αλυσίδα λανθασμένων πολιτικών επιλογών της ΕΕ παρέσυρε και τους μικρούς υποτακτικούς, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδος παρά το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία παρουσιάζει συνδυασμό βασικών λειτουργικών ανεπαρκειών και θα έπρεπε να ήταν πιο προσεκτική αντί να συμφωνεί σε όλα. Και ενώ για τους Έλληνες το καθημερινό αγωνιώδες ερώτημα για το αν μπορεί η χώρα να ξεπληρώσει το χρέος της και να εξασφαλίσει ικανοποιητικό ρυθμό ανάπτυξης στα επόμενα χρόνια γίνεται πιο ασφυκτικό, η Ελλάς βρίσκεται εγκλωβισμένη σε λανθασμένες πολιτικές τρίτων που δείχνουν να οδηγούν σε οικονομική καταστροφή τόσο την ΕΕ όσο και τις ΗΠΑ, οι οποίες ώθησαν ουσιαστικά τη Ρωσία σε μια ευεργετική για την ίδια συμμαχία με την Κίνα και ενδεχομένως με την Ινδία, που πιθανότατα θα γείρει την πλάστιγγα υπέρ του νέου ασιατικού συνασπισμού. Πολύ σοφά ο Ρώσσος συγγραφέας Ιβάν Τουργκιένεφ είπε ότι «μας ορίζουν οι περιστάσεις. Μας σπρώχνουν προς τον έναν ή τον άλλον δρόμο και μετά μας τιμωρούν γι’ αυτό».

Το δυσάρεστο είναι ότι οι πολλοί πληρώνουν τα λάθη των λίγων, οι οποίοι συνήθως δεν πληρώνουν τα λάθη ούτε των άλλων ούτε τα δικά τους.