19 Οκτώβριος 2014, 10:25 - Τελευταία Ενημέρωση: 7 Ιούλιος 2016, 12:42

O απόηχος του βομβαρδισμού στο χωριό Σαρτανά

  • O απόηχος του βομβαρδισμού στο χωριό Σαρτανά

«Βοηθήστε μας», είναι η έκκληση όλων των επικεφαλής της περιοχής, που μίλησαν αποκλειστικά στον Βασίλη Τσενκελίδη* του pontos-news.gr στον απόηχο του θανάσιμου βομβαρδισμού με επτά νεκρούς.

Στη δίνη ενός ακήρυχτου πολέμου είναι οι κάτοικοι των χωριών και των κωμοπόλεων της περιοχής της Μαριούπολης, που στη συντριπτική τους πλειονότητα κατοικούνται από Έλληνες. Την περασμένη Πέμπτη όλοι έκλαψαν τα επτά θύματα του βομβαρδισμού. Τα δάκρυα στεγνώνουν γρήγορα όμως, και η Ελλάδα πρέπει να σταθεί στο πλάι αυτών των ανθρώπων που κινδυνεύουν καθημερινά. Το Σαρτανά γιόρτασε το 2010 τα 230 χρόνια ζωής του, σήμερα όμως τίποτα εορταστικό δεν υπάρχει εκεί...

Το ελληνικό χωριό της Αζοφικής

Το Σαρτανά γεννήθηκε το 1780. Οι Έλληνες που ήρθαν στην περιοχή της Αζοφικής από την Κριμαία ονόμασαν το καινούριο τους χωριό όπως ακριβώς λεγόταν στην παλιά τους πατρίδα.

Η εξορία από την Κριμαία με την αφορμή της πολιτικής αναγκαιότητας το 1778, ο εμφύλιος του 1918-1920, οι σταλινικές διώξεις τη δεκαετία του 1930 και αργότερα η αφομοιωτική πίεση από τις σοβιετικές αρχές δεν λύγισαν τους «Τραντέλληνες» του Βορρά του Εύξεινου Πόντου. Πάρα πολλοί από αυτούς αναγκάστηκαν να αλλάξουν ονόματα. Κάποιοι πολιτογραφήθηκαν Ρώσοι ή Ουκρανοί για να αποφύγουν τις διώξεις ή, πολύ χειρότερα, την εξόντωση. Όμως οι ρίζες των ονομάτων των Ελλήνων της Μαριούπολης μιλούν από μόνες τους. Η ρωμαίικη καταγωγή φαίνεται ξεκάθαρα, ενώ διατηρείται μέχρι σήμερα και η ελληνική τοπική λαλιά.


Ομογενείς του χωριού Σαρτανά, δεκαετία του 1930 (ΑΠΕ, από το αρχείο του Λαογραφικού Μουσείου Πάπους)

Από την αρχή της χρονιάς όμως, οι Έλληνες αυτής ιστορικής περιοχής ζουν σε συνθήκες πολέμου. Ξανά.

Φωνές αγωνίας από το Σαρτανά

Η Ναταλία Λαγό είναι η πρόεδρος του ελληνικού συλλόγου του Σαρτανά «Οι Έλληνες της Αζοφικής». Στη συνομιλία μας μαζί της μετά την κηδεία των θυμάτων, μας μετέφερε την αγωνία όλων των συμπατριωτών για την... επόμενη ημέρα.

«Οι Έλληνες της περιοχής ανησυχούν. Είμαστε πολύ δεμένοι μεταξύ μας εδώ... Δεν θέλουμε να αφήσουμε την πατρίδα μας. Εδώ γεννήθηκαν οι γονείς μας και οι παππούδες μας. Αλλά η κατάσταση που επικρατεί μας αναγκάζει να ζητούμε βοήθεια. Η Ελλάδα μας στήριζε και προσπαθεί να μας στηρίζει, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που περνάει αυτόν τον καιρό.

»Στο χωριό μας έχουμε δύο αποσπασμένους καθηγητές από την Ελλάδα. Χάρη σε αυτούς τα παιδιά μας μαθαίνουν τη νεοελληνική γλώσσα και τους ελληνικούς χορούς. Θέλουμε να διατηρήσουμε την παρουσία μας εδώ. Αλλά μετά την τραγωδία που ζήσαμε αυτές τις μέρες το ηθικό του κόσμου επηρεάστηκε πολύ άσχημα».

Ιδιαίτερα ανήσυχος ήταν και ο ελληνικής καταγωγής δήμαρχος του Σαρτανά, Στεπάν Μαχσμά.

«Ο κίνδυνος είναι πλέον υπαρκτός. Δεν μπορούμε όμως να αλλάξουμε τη ζωή μας από μια μέρα στην άλλη. Οι κάτοικοι έχουν τις δουλειές τους και τα σπίτια τους. Δεν είναι εύκολο να φύγουν από το χωριό. Δεν υπάρχει και κάποιο σχετικό πρόγραμμα από την Ελλάδα... Ίσως ένα μέρος των κατοίκων να επέλεγαν τη φυγή προς την Ελλάδα.

»Ανησυχούμε για τα παιδιά μας. Μετά το βομβαρδισμό μάς επισκέφτηκε ο πρόξενος της Ελλάδας, Δημήτρης Παπανδρέου. Μίλησε με τις οικογένειες των θυμάτων και τους τραυματίες. Εγώ με την πρόεδρο της Ομοσπονδίας Αλεξάνδρα Προτσένκο πήγαμε στις κηδείες. Ο κόσμος αναρωτιέται για το μέλλον του. Η Αλ. Προτσένκο πάντως βρίσκεται σε συνεχή επαφή με το ελληνικό προξενείο και τις ελληνικές αρχές».

Ο κόσμος απελπισμένος περιμένει βοήθεια

Η πρόεδρος της ομοσπονδίας των Ελληνικών Σωματείων της Ουκρανίας Αλεξάνδρα Προτσένκο-Πιτσατζή δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της μετά τις κηδείες των Ελλήνων στο Σαρτανά. Μοιράστηκε όμως μαζί μας, ειδικά μετά το τραγικό περιστατικό, την αίσθησή της ότι «οι άνθρωποι εδώ στην ουσία μένουν αβοήθητοι. Οι κάτοικοι των χωριών δεν έχουν ούτε κανονική ιατρική περίθαλψη. Όταν ακόμα ο Άντριου Άθενς ήταν πρόεδρος του ΣΑΕ, είχαμε στη διάθεσή μας κινητή ιατρική μονάδα και επισκεπτόμασταν τα χωριά ένα-ένα. Τώρα η βοήθεια από την Ελλάδα είναι μειωμένη κατά πολύ. Μέχρι σήμερα υπολειτουργεί το ιατρικό κέντρο που ιδρύθηκε με τη βοήθεια της Ελλάδας και του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού. Τώρα, περισσότερο όσο ποτέ, χρειαζόμαστε κονδύλια για να αγοράσουμε φάρμακα και να στείλουμε την ιατρική κινητή μονάδα στα χωριά, όπου ο κόσμος απελπισμένος περιμένει μια χείρα βοηθείας.

»Σε περίπτωση που μας σταλούν φάρμακα, υπάρχουν δυσκολίες εκτελωνισμού. Πιο εύκολα τα αγοράζεις εδώ. Αρκεί να έχουμε χρήματα. Με τις οικονομικές δυσκολίες θα αναγκαστούμε να απολύσουμε τους ιατρούς και το προσωπικό. Αρκεί να σας πω ότι ο υπεύθυνος του Κέντρου, Αλεξάντρ Λαζαρένκο, και το προσωπικό κρατούν εθελοντικά το ιατρικό κέντρο ανοιχτό. Ευτυχώς που κάποτε βρίσκονται χορηγοί. Ο Έλληνας επιχειρηματίας από την Οδησσό, Παντελής Μπούμπουρας, μας βοήθησε αρκετές φορές.»

Ο κόσμος ζει με τον φόβο, νιώθει ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται

Η διήγηση της Προτσένκο για τους ανθρώπους της περιοχής συνεχίζεται με τρόπο δραματικό, είναι όμως πια μια καθημερινή πραγματικότητα για όλους – και για τους Έλληνες που ρίζωσαν χρόνια πριν στους τόπους αυτούς.

«Ο κόσμος ζει με το φόβο. Βγαίνουν στο κτήμα τους με τα ζώα και ξαφνικά αναγκάζονται να πέφτουν στο χώμα αντικρίζοντας τα ζώα τους νεκρά από τις εκρήξεις ή τους πυροβολισμούς. Οι άνθρωποι ζούνε συχνά χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο. Σε ένα από τα χωριά οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να περάσουν σχεδόν ένα μήνα στα υπόγεια των σπιτιών τους. Μαγείρευαν έξω ανάβοντας φωτιές...

»Επισκέφτηκα σχεδόν όλα τα ελληνικά χωριά. Σε κάποια από αυτά είναι τα ουκρανικά στρατεύματα και σε άλλα της λεγόμενης Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ.

»Ο κόσμος νιώθει αποκομμένος. Αισθάνονται πως γι’ αυτούς δεν ενδιαφέρονται ούτε στην Ουκρανία ούτε στη Ρωσία, αλλά ούτε και στην Ελλάδα. Εμείς κρούαμε τον κώδωνα του κινδύνου. Αλλά δεν μας άκουγε κανένας. Έπρεπε να προβλέψουμε τις καταστάσεις...

»Όσοι είχαν ελληνικές ή ομογενειακές ταυτότητες έφυγαν στην Ελλάδα και την Κύπρο. Οι υπόλοιποι πώς θα φύγουν; Η τουριστική βίζα θα τους καλύψει μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Αλλά και μια ενδεχόμενη λύση με τροχόσπιτα στη Βόρεια Ελλάδα, όπως στην περίπτωση των Ελλήνων της Γεωργίας, μας τρομάζει. Εγώ προσωπικά δεν θέλω να πάω πουθενά».

*Ο Βασίλης Τσενκελίδης είναι ιστορικός και δημοσιογράφος.