30 Απρίλιος 2013, 08:09 - Τελευταία Ενημέρωση: 11 Απρίλιος 2017, 09:03

Μεγάλη Τρίτη: Οι δέκα παρθένες και το τροπάριο της Κασσιανής

  • Μεγάλη Τρίτη: Οι δέκα παρθένες και το τροπάριο της Κασσιανής

Σήμερα και σε συνέχεια των προηγούμενων δύο ημερών τελείται η Ακολουθία του Νυμφίου ενώ η Εκκλησία θυμάται την παραβολή των δέκα παρθένων και την παραβολή των ταλάντων, που διδάσκουν την προνοητικότητα αλλά και την εργατικότητα.

Στην προνοητικότητα και την εγρήγορση είναι αφιερωμένη η Μεγάλη Τρίτη, με την παραβολή των δέκα παρθένων και το υπέροχης ποιητικής ομορφιάς τροπάριο της Κασσιανής.

Η Κασσιανή ήταν βυζαντινή ποιήτρια που έζησε τον 9ο αιώνα μ.Χ. Επειδή δεν την επέλεξε ως σύζυγό του ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, έγινε μοναχή και αφιερώθηκε στη λατρεία του Θεού και την ποίηση.

Το ιστορικό, όπως περιγράφεται από τους βυζαντινούς χρονικογράφους Συμεών Μάγιστρο, Ιωάννη Ζωναρά και Λέοντα Γραμματικό: Η Ευφροσύνη, μητέρα του αυτοκράτορα Θεόφιλου, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση για την εκλογή νύφης προσκάλεσε το 820 μ.Χ. στην Αυλή τις ωραιότερες και επιφανέστερες κόρες της αυτοκρατορίας. Δώδεκα «κάλλιστοι παρθέναι» ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και πήγαν στο παλάτι. Η Ευφροσύνη, αφού τις δεξιώθηκε, διαμήνυσε στον Θεόφιλο να προσέλθει και να δώσει το χρυσό μήλο σ’ εκείνη που θα επέλεγε για σύζυγό του.

Ο νεαρός αυτοκράτορας θαμπώθηκε από την ομορφιά της Κασσιανής, και θέλοντας να δοκιμάσει την ευφυΐα της την ρώτησε: «Ως άρα διά γυναικός ερρύη τα φαύλα» («από τη γυναίκα ξεκινούν τα κακά πράγματα», υπονοώντας την Εύα). Η Κασσιανή έδωσε δείγματα του πνεύματός της, ανταπαντώντας «Αλλά και διά γυναικός πηγάζει τα κρείττω» («και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα, τα ευγενέστερα», υπονοώντας την Παναγία). Αυτό ήταν! Ο αυτοκράτορας, είτε γιατί η απάντηση τού φάνηκε προπετής, είτε γιατί η ευφυΐα της γυναίκας τον τρόμαξε, έδωσε το χρυσό μήλο στην ωραία αλλά σεμνή Θεοδώρα.

Το τροπάριο της Κασσιανής
Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,
την σην αισθομένη θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,
οδυρομένη, μύρα σοι, προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας,
ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ
κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,
ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,
αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλης μου βοστρύχοις
ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν,
κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους
τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;
Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος.